Λαθραίοι, μπουκάρανε μέσα χωρίς να με ρωτήσουν. Τους πέταξα στη θάλασσα.

Το σημαντικό, μου έλεγε, είναι να είσαι «λάθρα βιώσας». Να μην σε παίρνει κανείς είδηση. Να μην δίνεις στόχο. Σχεδόν να μην υπάρχεις. Κι έτσι, ήσυχα να ζήσεις και να σβήσεις απ’ αυτή τη ζωή. Εγώ πάλι είχα ακούσει μόνο για κάτι λαθραία τσιγάρα και κάποιο λαθρεμπόριο πετρελαίου. Ήμουν μικρή. Δεν φανταζόμουν τότε ότι υπήρχαν λαθραίοι άνθρωποι ούτε πως ήταν δυνατόν να ζήσεις χωρίς να ζήσεις.

Ύστερα ήρθαν αυτοί με τις μπλε, τις πράσινες και τις χρυσοκόκκινες σημαίες και μου μίλησαν κι αυτοί για λαθραίους ανθρώπους. Παράνομοι, επιθετικοί κι επικίνδυνοι εισβολείς στη ζωή μου. Βρωμεροί και άθλιοι. Θέλουν, μου είπαν, να σε αφανίσουν, να σου αλλάξουν την πίστη, να σου πάρουν τη δουλειά. Να σε ληστέψουν, να σε βιάσουν και μετά να σε σκοτώσουν.

Τους άκουσα προσεκτικά. Και κοίταξα γύρω μου. Και, ναι, άρχισα να διακρίνω κι εγώ τους λαθραίους ανθρώπους. Μερικούς τους είδα στη δουλειά, στη γειτονιά, στην παρέα. Άλλους τους είδα σε μπαλκόνια, σε πλατείες και τηλεοράσεις. Πίσω από δρύινα γραφεία και τιμόνια πολυτελών αυτοκινήτων.

Τους πρώτους τους παρακολούθησα καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη ζωή, καθώς έκλειναν τα μάτια στην αλήθεια. Σχεδόν τους λυπήθηκα, όταν με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια έτρεχαν να κρυφτούν στο σπίτι τους και στην ασήμαντη αφάνειά τους.

Είναι οι λαθρεπιβάτες της ζωής. Κι αυτή η ζωή είναι και δική μου.

Μπουκάρανε μέσα χωρίς να με ρωτήσουν.

Με τρόμαξαν. Τους έδιωξα.

Τους άλλους μου πήρε λίγο χρόνο για να τους αναγνωρίσω. Με βοήθησαν όμως τα λόγια τους. Ήταν αυτοί, οι επιθετικοί εισβολείς, που μου πήραν τη δουλειά, που προσπάθησαν να μου αλλάξουν την μοναδική μου πίστη, την πίστη στον άνθρωπο και την ελευθερία. Ήταν αυτοί που με λήστεψαν και με βίασαν. Που θέλησαν να με σκοτώσουν. Να με ταΐσουν μολυσμένο φαγητό. Να με ποτίσουν πανάκριβο νερό. Να μου δηλητηριάσουν με μίσος και άγνοια το μυαλό. Επιθετικοί κι αδίστακτοι. Βρωμεροί και άθλιοι πίσω από τα λευκά κολάρα και τα λευκά δόντια.  Ήταν αυτοί, με τις πράσινες, μπλε και χρυσοκόκκινες σημαίες, αυτοί, οι πίσω από τα γραφεία και τα τιμόνια, αυτοί στις τηλεοράσεις και τα μπαλκόνια, που με εκβίασαν, με τρομοκράτησαν, με εξαπάτησαν.

Είναι οι λαθρεπιβάτες του κόσμου. Κι αυτός ο κόσμος είναι και δικός μου.

Μπουκάρανε μέσα χωρίς να με ρωτήσουν.

Τους πέταξα στη θάλασσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s