Ταξικό μίσος

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το πέρασα πιστεύοντας (κι ακόμα το πιστεύω) ότι το να αγαπάς είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στον κόσμο. Έμαθα να αγαπώ τα πάντα. Μου άρεσε να αγαπώ τα πάντα. Τα μικρά και μεγάλα ζώα, τα δέντρα, τον ήλιο, τη θάλασσα. Αγαπούσα τους γονείς μου τους συγγενείς μου, τους φίλους μου. Καθετί αθώο κι απροστάτευτο. Στο σχολείο μού έμαθαν να αγαπώ και την πατρίδα. Με δίδαξαν προσευχές και με  πήγαν και στην εκκλησία όπου μου είπαν να αγαπώ τον συνάνθρωπο και τον Θεό. Μεγαλώνοντας άρχισα να αγαπώ κι αφηρημένα πράγματα. Τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ελευθερία,  τη γνώση. Την ίδια την αγάπη. Είχα στήσει ολόκληρο το ηθικό μου οικοδόμημα πάνω στην αγάπη. Δεν αμφισβήτησα ποτέ την αξία της κι ήμουν σίγουρη ότι η αγάπη πάντα νικά στο τέλος κι ότι μπροστά της λυγίζει και λιώνει σαν κερί το μίσος.

Το μίσος.

Τρομακτική λέξη. Βαριά λέξη. Δεν ήξερα τι είναι, αφού δεν το ένιωσα, για πολύ καιρό. Διάβαζα βέβαια γι αυτό. Κάποιοι μιλούσαν γι αυτό. Στις περισσότερες ταινίες έβλεπα ανθρώπους να μισούν. Ήταν οι «κακοί». Σκότωναν και λήστευαν. Δεν τους συμπαθούσα αλλά ούτε τους μισούσα. Καμιά φορά έπιανα τον εαυτό μου να τους λυπάται κιόλας, μιας και με τόσο πολύ μίσος που κουβαλούσαν μέσα τους ήμουν σίγουρη ότι ήταν δυστυχισμένοι και δηλητηριασμένοι. Δυστυχείς άτυχοι. Κακομοίρηδες μέσα στη μαυρίλα του μίσους τους. Στα καλύτερά μου, μάλιστα, ήθελα να τους απελευθερώσω από τη δυστυχία του μίσους τους, βέβαιη για την επιτυχία του εγχειρήματός μου.

Και τα χρόνια πέρασαν. Κι έφτασα στα μισά του δρόμου. Και είδα ανθρώπους δυστυχισμένους. Ανθρώπους καταπιεσμένους . Πεινασμένους. Νεκρούς. Τους αγάπησα. Ήταν αθώοι κι απροστάτευτοι. Κι είδα άλλους, τους «κακούς» της παιδικής μου αθωότητας, ευτυχισμένους, ελεύθερους, χορτάτους, ζωντανούς. Να στέκονται πάνω στους  πρώτους. Να τρώνε το φαγητό τους. Να αναπνέουν τον αέρα τους. Να πίνουν το νερό τους. Να λυμαίνονται τη γη τους. Να ζουν τη ζωή τους.  Ήταν κλέφτες. Ληστές και δολοφόνοι. Δεν έκρυβαν το μίσος τους. Το διατυμπάνιζαν μάλιστα περήφανοι. Στις δεξιώσεις, στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, στις απονομές βραβείων, στα κανάλια, στις εφημερίδες, στο χρηματιστήριο. Μερικές φορές τους είδα να κομπάζουν και μέσα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων. Ό,τι είχαν κι ό,τι ήταν στο μίσος τους το χρωστούσαν. Εγώ όμως και πάλι αμετανόητα «ηθική», παράλογα συναισθηματική δεν τους μίσησα.  Αλλά τώρα πια δεν ήθελα και να τους σώσω.

Όταν η αδικία χτύπησε την πόρτα μου, όταν η πείνα του διπλανού μου με έκανε να νιώθω ενοχές για το δικό μου τραπέζι που ακόμα είχε φαγητό, όταν η καταπίεση έγινε νόμος  κι η εξαθλίωση ανάγκη, όταν για να ζήσω έπρεπε πρώτα να πεθάνω, ήρθε και μου παρουσιάστηκε το μίσος. Η τρομακτική και βαριά λέξη. Η λέξη που ακόμα και ζωγραφισμένη με γράμματα με γέμιζε δέος. Αποτίναξα από πάνω μου  τον φόβο απέναντι στη λέξη. Συνειδητοποίησα ότι τόσον καιρό έβλεπα τη σκιά από την πλάτη της. Την κοίταξα, λοιπόν, στα μάτια. Δεν είχε να κάνει με οργή ούτε με εκδίκηση. Ανάλαφρη, σχεδόν δεν άγγιζε το συναίσθημα. Αλλά ούτε και την ηθική. Πατούσε στέρεα και λογικά πάνω στην τάξη.

Υ.Γ. Είναι περίεργο πώς η αγάπη σε οδηγεί στο μίσος. Αλλά μπορεί και να μην είναι.

Advertisements

2 thoughts on “Ταξικό μίσος

  1. Παράθεμα: Ταξικό μίσος « Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s