H Εργασία στη Νέα Οικονομία της Γνώσης

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί υποκεφάλαιο μιας δουλειάς με θέμα τη δια βίου μάθηση και και την κοινωνία/οικονομία της γνώσης ως βασικές του κυριαρχικού λόγου, κυρίως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Μέρα που είναι σήμερα είπα να δούμε κάποιες πτυχές τους.

«Μια σημαντική παράμετρος που εμφανίζεται στο Λόγο της Πολιτικής και της Οικονομίας να επιβάλλει τη δια βίου μάθηση στην “κοινωνία της γνώσης” είναι οι νέες παραγωγικές συνθήκες που, με τη σειρά τους, επιβάλλουν νέες εργασιακές σχέσεις. Η ρητορική της δια βίου μάθησης συνδέεται άμεσα με το θέμα της απασχόλησης (και όχι της εργασίας) και της ανεργίας στο αβέβαιο και ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον. Διαβεβαιώνει, μάλιστα, ότι μόνο αν οι εργαζόμενοι επανακαταρτίζονται και ανανεώνουν τις δεξιότητές τους εφ’ όρου ζωής, θα μπορέσουν επιτυχώς να καταστούν «απασχολήσιμοι» και ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά εργασίας. Στην ενότητα αυτή θα στηριχτούμε στις αναλύσεις των Rifkin (1996) και Gorz (1999) περί εργασίας στον σύγχρονο κόσμο και θα προσπαθήσουμε να επιβεβαιώσουμε ή να αμφισβητήσουμε του λόγου το αληθές, εξερευνώντας και περιγράφοντας τις συνθήκες και τους όρους εργασίας των ενοικούντων στην “κοινωνία” και οικονομία της γνώσης, που συντελούνται μέσα σε πλαίσια εξαφάνισης της ίδιας της εργασίας με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, να απαξιωθούν και να αχρηστευθούν, όπως θα εξεταστεί στο 4ο κεφάλαιο, και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Με αυτόν τον τρόπο ίσως επιβεβαιωθεί μια άλλη υπόθεση: αυτή που θέλει τη διά βίου μάθηση ως την εγγύηση της διαρκούς μας ανεπάρκειας και την καταδίκη μας σε ισόβια κάθειρξη, εφόσον, παραφράζοντας τα λόγια του Freire

«αν δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές για τους ανθρώπους που είναι ικανοί για εργασία, η διά βίου μάθηση δεν θα τις δημιουργήσει».

Αυτό που σηματοδοτεί τη νέα οικονομία είναι η τεχνολογική και πληροφορική επανάσταση. Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση ή, αλλιώς, τρίτη καπιταλιστική μετάβαση, όπως όλες οι προγενέστερές της, οδηγεί σε ρήξη με τις παλιές παραγωγικές δομές και συνθήκες και στη δημιουργία νέων. Ταυτόχρονα, οδηγεί και στη ριζική μείωση ή και εξαφάνιση ολόκληρων τομέων παραγωγής και την ανάδυση νέων, οι οποίοι στις δύο προηγούμενες επαναστάσεις απορροφούσαν τους κραδασμούς της ανεργίας που κάθε φορά προέκυπτε. Έτσι, κατά χρονική ακολουθία, το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων στον πρωτογενή αγροτικό τομέα εντάχθηκαν στον δευτερογενή της βιομηχανίας (πρώτη βιομηχανική επανάσταση) και αργότερα στον τομέα των υπηρεσιών (δεύτερη βιομηχανική επανάσταση). Το ερώτημα εδώ είναι: ποιος παραγωγικός τομέας δημιουργείται κατά τη μετάβαση του οικονομικού συστήματος στην οικονομία της γνώσης για να απορροφήσει τους νέους «κραδασμούς» της ανεργίας; Η προφανέστερη απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί, και μάλιστα δίνεται με μεγάλη ευκολία από τους ρήτορες της διά βίου μάθησης, είναι ο τομέας της γνώσης. Μια τέτοια απάντηση χρήζει εμπειρικής διερεύνησης, όπως αυτήν στην οποία προβαίνει ο Rifkin (1996), ο οποίος, υποστηρίζοντας ότι βιώνουμε ήδη την εποχή του τέλους της εργασίας, αναδεικνύει το γεγονός ότι ο τομέας της γνώσης, αλλά ακόμα και ο τομέας των υπηρεσιών, απορροφά ένα πολύ μικρό ποσοστό των ανέργων, ενώ η ίδια η οικονομία της γνώσης, οι νέες παραγωγικές δομές και οι απαιτήσεις του παγκόσμιου κεφαλαίου δημιουργούν όλο και περισσότερη ανεργία. Το παράδοξο που συντελείται στις μέρες μας είναι μια ολοταχώς αυξανόμενη ανάπτυξη, παραγωγικότητα και κερδοφορία, με μια παράλληλη προοδευτική μείωση όλων των τομέων εργασίας, των μόνιμων θέσεων εργασίας και των μισθών, επισημαίνει ο Rifkin (ό.π.), οδηγώντας τελικά σε μιαν ανάπτυξη χωρίς εργασία (jobless growth). Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, η κερδοφορία μέσω χρηματοοικονομικών συναλλαγών είναι μεγαλύτερη και συνεπώς προτιμότερη από την κερδοφορία μέσω της παραγωγής (Gorz 1999) 19. Ο Gorz (ό.π.) μιλά για την Έξοδο και αυτονόμηση του κεφαλαίου από τη σφαίρα του πολιτικού και του κοινωνικού, η οποία συντελείται στην εποχή της οικονομίας του άυλου, στην εποχή του μεταφορντισμού.

Το μετα-φορντικό μοντέλο παραγωγής20, που αποτελεί κατά τον Rifkin (ό.π.:189) το οργανωτικό θεμέλιο για ένα μέλλον χωρίς εργαζόμενους, υπακούει στις ιαπωνικής εμπνεύσεως αρχές της λιτής παραγωγής (lean production) και του επανασχεδιασμού ή αναδιάρθρωσης της παραγωγής και της διοίκησης (reengineering), οι οποίες απαιτούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων, λιγότερο χώρο, χρόνο και εφεδρικούς πόρους και εξασφαλίζουν μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων, καθώς και λιγότερα ποσοστά βλαβών. Οι εργαζόμενοι σε εργοστάσια λιτής παραγωγής εργάζονται σε ομάδες και έχουν την ευθύνη όλων των σταδίων παραγωγής, καθώς και του ελέγχου ποιότητας των προϊόντων που παράγουν, εξασφαλίζοντας στην εταιρεία όχι μόνο την ποιότητα αλλά και την πειθαρχία των εργαζομένων. Η αναγκαστική συλλογική ευθύνη τούς κάνει πρόθυμους συνεργούς στην ίδια τους την εκμετάλλευση (Rifkin ό.π.:340). Στις ιδανικές μορφές της, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αυτοκινητοβιομηχανία Toyota, οι εργαζόμενοι όχι μόνο έχουν τη δυνατότητα αλλά και επιβάλλεται να κάνουν προτάσεις διαρκούς βελτίωσης της παραγωγής σε τακτά, μάλιστα, διαστήματα, παίρνοντας μέρος σε μια διαδικασία που ονομάζεται «καϊζέν» και η οποία λαμβάνει χώρα όχι μόνο εντός ωραρίου αλλά και εκτός, όπως για παράδειγμα στους λεγόμενους «κύκλους ποιότητας», στους οποίους οι εργαζόμενοι είναι ουσιαστικά υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Από την άλλη, συντελείται στις επιχειρήσεις μια μεγάλης κλίμακας εκκαθάριση από τα μεσαία και ανώτερα διοικητικά στελέχη που ο επανασχεδιασμός και η αυτοματοποίηση τα καθιστά πλέον περιττά και οικονομικά ασύμφορα, δημιουργώντας τους «ανέργους των προαστίων» που, στην προσπάθειά τους να βρουν δουλειά και να επιβιώσουν, όταν δεν παθαίνουν κατάθλιψη, δεν καταφεύγουν στον αλκοολισμό, δεν αυτοκτονούν και δεν σκοτώνουν πρώην εργοδότες ή συναδέλφους, είτε συμβιβάζονται όλο και περισσότερο με εργασία χαμηλόμισθης μερικής απασχόλησης είτε καταφεύγουν σε περισσότερες της μιας εργασίας, των οποίων οι συνολικές αποδοχές είναι κατά πολύ μειωμένες. Ο Rifkin (ό.π.:188) μας πληροφορεί ότι στις Η.Π.Α., όπου η αφροαμερικανική κοινότητα έχει από καιρό δεχθεί τα πλήγματα του μετα-φορντισμού εξαιτίας των χαμηλών δεξιοτήτων της και έχει περάσει από καθεστώς καταπίεσης σε καθεστώς αχρηστίας,

«Η τάξη των Αμερικανών παριών, που εξακολουθεί να είναι ως επί το πλείστον μαύρη και συγκεντρωμένη στις πόλεις, θα αρχίσει κατά πάσα πιθανότητα να γίνεται όλο και περισσότερο λευκή και προαστιακή…»

 Η ανεργία, η επισφαλής εργασία και η μείωση των μισθών γίνεται όχι μόνο όλο και περισσότερο «λευκή» αλλά και όλο και περισσότερο «μορφωμένη». Η σύγχρονη αγορά εργασίας για τους κατόχους πτυχίων είναι η χειρότερη που υπήρξε ύστερα από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (Rifkin ό.π.:319). Η ειρωνεία μάλιστα είναι ότι η πρώτη ήττα των αμερικανικών εργατικών συνδικάτων σημειώθηκε, όταν οι εκπρόσωποί τους πίστεψαν ότι θα αντεπεξέρχονταν στους κινδύνους της αυτοματοποίησης, αν ζητούσαν περισσότερη επανεκπαίδευση και όχι τον έλεγχο της παραγωγής και την αύξηση των αποδοχών, χάνοντας, έτσι, ένα μεγάλο μέρος της διαπραγματευτικής τους δύναμης και προσφέροντας πραγματική υπηρεσία στους εργοδότες. Ο Rifkin (ό.π.) μιλά για τη συνθηκολόγηση των συνδικάτων, τα οποία ουσιαστικά υπέγραψαν την καταδίκη τους, αφού η αυτοματοποίηση μείωσε τις θέσεις ανειδίκευτης εργασίας, δεν δημιούργησε νέες, τα μέλη τους μειώθηκαν, το ίδιο και η αξία και η διαπραγματευτική δύναμη της απεργίας και των ίδιων των συνδικάτων.

Από δω και ύστερα οι εργαζόμενοι μπαίνουν, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της Ε.Ε., στον «γκρίζο χώρο», σε ένα πολυσύνθετο, πολυδιασπασμένο, εξατομικευμένο, ευέλικτο και αβέβαιο καθεστώς εργασίας. Οι επιχειρήσεις, και μάλιστα οι πιο κερδοφόρες, επιζητώντας μεγαλύτερη αύξηση των εταιρικών κερδών και μεγαλύτερη μείωση των δαπανών καταφεύγουν σε μαζικές απολύσεις και μετατροπές των θέσεων εργασίας από μόνιμες σε μερικής και έκτακτης απασχόλησης, προσθέτουν και αφαιρούν έκτακτους υπαλλήλους, ανάλογα με τις (ακόμα και εβδομαδιαίες) τάσεις της αγοράς, συνάπτοντας ατομικές συμβάσεις εργασίας. Στην αγορά, πάλι, αναφύονται οι εργολάβοι που αναλαμβάνουν έναντι αμοιβής τη διαχείριση και εμπορία του «εφεδρικού στρατού»: τα πρακτορεία παροχής προσωρινών υπηρεσιών που νοικιάζουν έκτακτους υπαλλήλους σε εταιρείες για να κάνουν την ίδια δουλειά με τους μόνιμους, παίρνοντας όμως τα μισά χρήματα. Αυτοί οι υπάλληλοι, που ίσως και να μην δείχνουν την απαραίτητη αφοσίωση στην εταιρεία, είναι τα προϊόντα μιας χρήσης, οι ερωτικές σχέσεις μιας βραδιάς, που η ύπαρξή τους καταφέρνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: τη μείωση του κόστους των αμοιβών και των κοινωνικών παροχών και την άσκηση πίεσης στους μόνιμους υπαλλήλους, οι οποίοι φοβούνται μήπως βρεθούν κι αυτοί στο ίδιο καθεστώς (Rifkinό.π.:353-354). Τώρα, ίσως να φωτίζεται η απόκρυψη του υποκειμένου και η ασαφής αλλά αναπόφευκτη ενδεχομενικότητα της ευρωπαϊκής ρητορικής περί ευελιξίας και ασφάλειας (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2006δ) που συναντήσαμε νωρίτερα και να απαντάται, τελικά, το ερώτημα «ποιος ωθεί την ευελιξία» των εργασιακών σχέσεων και «ποιος προσφεύγει σε εναλλακτικές μορφές απασχόλησης».

Ταυτόχρονα, αναδύεται η κάστα των ανώτατων διευθυντικών στελεχών που νέμονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά των εταιρικών κερδών, ποσοστά που αυξήθηκαν μέσα σε 13 χρόνια κατά 220%. Ο Rifkin τους ονομάζει Εργάτες της Γνώσης, νέα αριστοκρατία, χοντρές γάτες, μια αφρόκρεμα που αποτελείται από κοσμοπολίτες απάτριδες δικηγόρους, τραπεζικούς, συμβούλους, φυσικομαθηματικούς, διαχειριστές και προμηθευτές πληροφοριών και κάθε λογής χειριστών συμβόλων και υπεύθυνων της οικονομικής λειτουργίας του συστήματος. Είναι αυτοί που παίρνουν την μερίδα του λέοντος του κόστους παραγωγής (Rifkin ό.π.:323) και την εξουσία που κάποτε κατείχαν οι εργάτες, στα πλαίσια μιας υποχρεωτικής ανακατανομής του πλούτου από τους εργαζόμενους στους επιχειρηματίες. Είναι η αυτοαπασχολούμενη ελίτ της γνώσης, μια high-tech νομαδική φυλή (Gorz 1999, Rifkin 1996) που προτιμά να μην μοιράζεται την ευμάρειά της με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Αυτό το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, το αποτέλεσμα μιας εργασίας που καταργεί την εργασία (Gorz 1999), αποτελείται από στρατιές ανθρώπων που γρήγορα εντάσσονται στη σκλαβιά της ανεργίας (Rifkin ό.π.), ζουν σε καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας και ανασφάλειας για το αύριο και ανέχειας μέσα στο σήμερα, εύκολα θύματα του σύγχρονου σκλαβοπάζαρου εργατών που, στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται οι υπηρέτες της αριστοκρατικής ελίτ, τα ροζ κολλάρα της “κοινωνίας της γνώσης” και, στη χειρότερη, τα ανθρώπινα εξαθλιωμένα «σκουπίδια» της. Οι νέες κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις, η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση και η διαμόρφωση των ενοικούντων μιας τέτοιας κοινωνίας συζητούνται στο 4ο κεφάλαιο. Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την ανάλυση των συνθηκών απασχόλησης της “κοινωνίας” και, ακριβέστερα, της οικονομίας της γνώσης, είναι ότι το μελανό εργασιακό μέλλον που ήδη προδιαγράφεται σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνει την αισιοδοξία και βεβαιότητα της Ε.Ε. και των εταίρων της οργανισμών ότι η επαγγελλόμενη διά βίου μάθηση πρόκειται με οποιονδήποτε τρόπο να εξασφαλίσει την πολυδιακηρυγμένη απασχολησιμότητα των διά βίου μαθητευόμενων. Αντίθετα, σε μια οικονομία που μεγεθύνεται μέσα από τη συρρίκνωση και απαξίωση του ανθρώπου, ως εργατικής δύναμης αρχικά και ως ύπαρξης τελικά, και μόνο η χρήση των λέξεων μάθηση και γνώση αποτελεί τουλάχιστον ύβρη και εμπαιγμό.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s