Κύριε Τέλλογλου, Μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης ούτε μένω ούτε φεύγω από την αγορά εργασίας. Λέω να την ανατρέψω.

telloglou

Με ρωτάει το τρέιλερ της εκπομπής του Τέλλογλου: «Μετά από 4 χρόνια κρίσης μένεις ή φεύγεις από την αγορά εργασίας»; Αφενός μου απευθύνει άμεσα τον λόγο κι αφετέρου δεν λέει: «μένεις ή φεύγεις από τη χώρα;» ή ακόμα πιο εθνομελό: «μένεις ή φεύγεις από την πατρίδα;».

Ήταν μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη το ότι ο Τέλλογλου του ΣΚΑΙ_ΝΑΖΙ και των φακέλων του Παπαγελάς λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Φυσικά, δεν έχει πλέον πρόβλημα, αφού τα πράγματα έχουν τόσο πολύ χάσει την όποια επίφασή τους, που η επίκλησή τους αφορά πλέον μόνο τύπους σαν τον σαμαροβενιζέλο, το φασιστικό παρεάκι τους και κάτι κιτς φιγούρες όπως ο Αυτιάς, όταν απευθύνονται στην αγελαία πελατεία τους για να αποδεχτεί ησύχως, ίσως και με ανακούφιση, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εξαίρεσης.

Μου ορίζει λοιπόν απερίφραστα ο Τέλλογλου τι ακριβώς είμαι: εμπόρευμα στην αγορά εργασίας. Και με ρωτά τι  ακριβώς σκοπεύω να κάνω με αυτό το ιδιότυπο εμπόρευμα που κουβαλάω στο μυαλό μου ή στα χέρια μου. Πού με συμφέρει να το πουλήσω; Πού εκτιμώ ότι θα πιάσω την καλύτερη δυνατή τιμή;  Θα μείνω ή θα φύγω από την «αγορά»; Σε αυτό το θέμα είμαι μόνος μου μέσα στον πλανήτη και καλά θα κάνω να αποφασίσω σύντομα και ορθά.

Ο Τέλλογλου είναι καλός υπάλληλος  και έξυπνος και τα αφεντικά για τα οποία κάνει τέτοια «ερευνητικά ρεπορτάζ» ακόμη εξυπνότερα. Γνωρίζουν ότι σύντομα το παραμύθι του πολίτη και  του κοινωνικού κράτους (ποιος ξέρει; Ίσως και του έθνους, όταν αυτό κριθεί απαραίτητο)  θα πάψουν να το απαγγέλλουν στα σοβαρά ακόμα και οι αυτοαποκαλούμενοι φιλελεύθεροι – εθνικόφρονες και ότι πολύ σύντομα θα πρέπει να αρχίσουν να απαγγέλλουν το νεοφιλελεύθερο παραμύθι της ατομικής ευθύνης και της ατομικής επιλογής.

Το νέο αυτό αφήγημα, άλλωστε, έχει ήδη αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά στην παιδεία και την υγεία, τους πυλώνες δηλαδή της μέχρι σήμερα εννοούμενης δημόσιας – κρατικής υπόστασης. Εσύ που θα «επενδύσεις» στην εκπαίδευσή σου κοίταξε να επενδύσεις σοφά, έτσι ώστε να βρεις μια θέση στην «αγορά εργασίας», που βεβαίως αγοράζει όλο και πιο σπάνια και όλο και πιο φτηνά. Αλλιώς, λυπούμαστε, το ερώτημα του Τέλλογλου δεν σε αφορά καν. Εσύ πάλι που αρρώστησες όλο και κάποιες λάθος επιλογές θα έκανες: μα θα κάπνιζες, ή θα έτρωγες πολύ ή λίγο, ή δεν θα ασκούσουν  αρκετά, ή θα ήσουν άτυχος και γεννήθηκες σε εξαθλιωμένη οικογένεια, ή πιάστηκες κορόιδο και δεν έκανες ιδιωτική ασφάλιση υγείας τότε που μπορούσες. Όπως και να’χει κοίτα τώρα τι θα κάνεις, κάνε τα κουμάντα σου να τη βολέψεις  και να επιζήσεις αν μπορείς, έτσι όπως τα κατάφερες με τις επιλογές σου.

Κι αφού εξοικειωθείς με την αποδοχή της ατομικής ευθύνης-επιλογής-ενοχής θα πρέπει  να την επεκτείνεις και στην ίδια τη φύση της εργασίας-εμπόρευμα. Να καταλάβεις αφενός ότι εσύ είσαι ο έμπορος εσύ και το εμπόρευμα και να αναλάβεις αφετέρου την αποκλειστική ευθύνη της επιτυχίας ή της αποτυχίας της ατομικής σου επιχείρησης με την επωνυμία «Πουλάω εαυτόν σε τιμή ευκαιρίας απανταχού της γης». Πρέπει να γίνουν και τα δύο ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό κατανόησης. Δεν πρέπει να μείνει καμία αμφιβολία ή δεύτερη σκέψη για τον ρόλο που παίζει το κράτος και το οικονομικό σύστημα που υπηρετεί σε αυτή την ιστορία.

Ριψοκίνδυνο βέβαια, αφού υπάρχει περίπτωση να συνειδητοποιήσεις τη δύναμη που έχει αυτή ακριβώς η ιδιότητά σου ως εμπόρου κι εμπορεύματος να σαμποτάρει και να αδρανοποιήσει το ιδεολόγημα που σε θέλει «ιδιώτη», μόνο, απροστάτευτο, και γι αυτό εχθρικό κι ανταγωνιστικό προς όλους τους ομοίους σου κι όχι προς τους πραγματικούς εχθρούς σου, αυτούς δηλαδή που σε αναγκάζουν να αποδεχτείς το ερώτημα ως φυσικό και αυτονόητο και συνεπώς αναγκαίο να απαντηθεί. Ριψοκίνδυνο επίσης από την άποψη ότι μπορεί να εικονοποιήσεις τον εαυτό σου με μια βαλίτσα στο χέρι να τρέχει από «αγορά εργασίας» σε «αγορά εργασίας» για να μην μείνεις χωρίς εργασία κι αυτό να σου φέρει στον νου εικόνες προσφύγων κι οικονομικών μεταναστών που δραπετεύοντας από μια άλλη «αγορά εργασίας» ή σκυλοπνίγονται  ή φυλακίζονται σε στρατόπεδα ή σφαγιάζονται στους δρόμους αφιλόξενων χωρών. Κι αυτό με τη σειρά του να σε κάνει να υποψιαστείς ότι δεν σε χωρίζουν και πολλά από τους μετανάστες και τους «βρωμιάρηδες λαθρομετανάστες που μας παίρνουν τις δουλειές» και να αναρωτηθείς μήπως, τελικά, όλα όσα σου παρουσιάζονταν ως αληθή και αυτονόητα δεν είναι παρά απάνθρωπα και αδιανόητα.

Κύριε Τέλλογλου,

Μετά από τέσσερα χρόνια κρίσης ούτε μένω ούτε φεύγω από την αγορά εργασίας. Λέω να την ανατρέψω.

Advertisements

Οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου είναι ευλογία για τον τόπο

Ε, λοιπόν, ναι! Δεν με ενοχλούν καθόλου οι Π.Ν.Π. Στην πραγματικότητα τις θεωρώ και δώρο.

Κι ας πούμε ότι τόσα και τόσα μέτρα τα περνούσαν από το Κοινοβούλιο. Ότι τι; Μήπως μέχρι σήμερα δεν πέρασαν από τη βουλή τόσα και τόσα νομοσχέδια; Ξεχνάω νομίζεις τα ΝΑΙ-ΣΕ-ΟΛΑ; Το κοινοβουλευτικό πλυντήριο των αντιλαϊκών, αυταρχικών, αντιδημοκρατικών, αντισυνταγματικών αποφάσεών τους;   Κι όχι μόνο τον «καιρό της κρίσης». Πάντα έτσι ήταν. Εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική εξουσία απόλυτα συνδεδεμένες σε βαθμό που δεν είχε κανένα νόημα ούτε καν η ύπαρξη των όρων αυτών.

Καλύτερα λοιπόν να διοικούν ξεκάθαρα αυταρχικά, χωρίς την επίφαση μιας δήθεν δημοκρατικής νομιμοποίησης. Είναι και πιο τίμιο από την πλευρά τους. Το λένε καθαρά: «Κύριοι, ξεχάστε αυτά που ξέρατε. Ρίχνουμε τις μάσκες αυτής της θολούρας που ονομάζουμε δημοκρατία και σε παραμύθιαζε τόσον καιρό ότι είσαι ο κυρίαρχος λαός. Γιατί το κάνουμε; Επειδή μπορούμε!»  Κάπου μέσα τους βέβαια τους είχε κουράσει κι όλη αυτή η «καραμέλα» όπως αποκάλεσε ο Ντινόπουλος (γνήσιος εκφραστής της δημοκρατίας τους) τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Έτσι λοιπόν έχουμε μπροστά μας μια γυμνή αλήθεια. Τι δώρο!

Μην το πετάξουμε. Κρίμα είναι. Και μην εθελοτυφλήσουμε. Μας κάνουν το πολύτιμο δώρο να συνειδητοποιήσουμε ακριβώς με τι έχουμε να κάνουμε. Και ποιοι ακριβώς είμαστε. Να πάψουμε να παριστάνουμε ότι είμαστε πολίτες και να γίνουμε αυτό που είμαστε: ο κυρίαρχος εχθρός τους. Ο εφιάλτης τους. Τα ποτάμι που θα τους σαρώσει.

Από μας εξαρτάται.

 

Αυτό το πράγμα βρωμάει θάνατο κι απελπισία.

tyfonas oklahoma sxoleioΣτη μητρόπολη του καπιταλισμού-φονιά, σκοτώνονται μαθητές επειδή το σχολείο δεν χρηματοδοτήθηκε. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αγγλία, ένα κολλέγιο εκπαιδεύει κι επιλέγει τους πιο κριτικά-ισαποστασίτικα-αναθεωρητικά σκεπτόμενους (;) μαθητές, προκειμένου να ηγηθούν στον αιώνα της φρίκης και της καταστροφής.
Στην Ελλάδα κλείνουν σχολεία, αναπαράγονται φωτοτυπίες, λιποθυμούν μαθητές από το άγχος, όταν δεν σκοτώνουν τη μητέρα τους, την ώρα που δίνουν εξετάσεις σε επιταγμένα σχολεία με επιστρατευμένους καθηγητές, για να πάρουν μια καλή σειρά στις ορδές των ημι-δούλων.
Αυτό το πράγμα βρωμάει θάνατο κι απελπισία. Και πρέπει να τελειώνουμε με δαύτο όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

 

Ποιος φοβάται τη «θεωρία των δύο άκρων»;

Ποιος φοβάται τη «θεωρία των δύο άκρων»; Και γιατί δηλαδή σημαίνει «εξομοίωση» των δύο;

Πώς εξομοιώνεται η Ζωή κι ο Θάνατος;

Πώς συνεργάζονται το Δίκιο με το Άδικο;

Πότε ερωτεύτηκαν ο δυνάστης με τον καταπιεσμένο;

Γιατί ο πόλεμος να σημαίνει ειρήνη;

Σε ποιο κρεβάτι κοιμήθηκαν αγκαλιά η απελπισία και η ελπίδα;

Με πόση ανακούφιση δέχτηκε τον βιασμό της η λογική από τον φανατισμό;

Ποιος τολμά να λογίζει ίσα την αξιοπρέπεια με την παραίτηση;

Πότε ο φυλακισμένος δεν ονειρεύτηκε την απόδραση;

Ποιος φοβάται τη «θεωρία των δύο άκρων»;

Ποιος τρέμει να πάρει απερίφραστα θέση στις αντιθέσεις; Να διαδηλώσει βροντερά με ποιους πηγαίνει και ποιους αφήνει;

Όποιος και νά ‘ναι, έχει πάρει ήδη θέση. Όχι στη μέση. Αλλά ενάντιά μας.

Να ξέρει ότι το ξέρουμε.

H Εργασία στη Νέα Οικονομία της Γνώσης

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί υποκεφάλαιο μιας δουλειάς με θέμα τη δια βίου μάθηση και και την κοινωνία/οικονομία της γνώσης ως βασικές του κυριαρχικού λόγου, κυρίως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Μέρα που είναι σήμερα είπα να δούμε κάποιες πτυχές τους.

«Μια σημαντική παράμετρος που εμφανίζεται στο Λόγο της Πολιτικής και της Οικονομίας να επιβάλλει τη δια βίου μάθηση στην “κοινωνία της γνώσης” είναι οι νέες παραγωγικές συνθήκες που, με τη σειρά τους, επιβάλλουν νέες εργασιακές σχέσεις. Η ρητορική της δια βίου μάθησης συνδέεται άμεσα με το θέμα της απασχόλησης (και όχι της εργασίας) και της ανεργίας στο αβέβαιο και ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον. Διαβεβαιώνει, μάλιστα, ότι μόνο αν οι εργαζόμενοι επανακαταρτίζονται και ανανεώνουν τις δεξιότητές τους εφ’ όρου ζωής, θα μπορέσουν επιτυχώς να καταστούν «απασχολήσιμοι» και ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά εργασίας. Στην ενότητα αυτή θα στηριχτούμε στις αναλύσεις των Rifkin (1996) και Gorz (1999) περί εργασίας στον σύγχρονο κόσμο και θα προσπαθήσουμε να επιβεβαιώσουμε ή να αμφισβητήσουμε του λόγου το αληθές, εξερευνώντας και περιγράφοντας τις συνθήκες και τους όρους εργασίας των ενοικούντων στην “κοινωνία” και οικονομία της γνώσης, που συντελούνται μέσα σε πλαίσια εξαφάνισης της ίδιας της εργασίας με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, να απαξιωθούν και να αχρηστευθούν, όπως θα εξεταστεί στο 4ο κεφάλαιο, και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Με αυτόν τον τρόπο ίσως επιβεβαιωθεί μια άλλη υπόθεση: αυτή που θέλει τη διά βίου μάθηση ως την εγγύηση της διαρκούς μας ανεπάρκειας και την καταδίκη μας σε ισόβια κάθειρξη, εφόσον, παραφράζοντας τα λόγια του Freire

«αν δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές για τους ανθρώπους που είναι ικανοί για εργασία, η διά βίου μάθηση δεν θα τις δημιουργήσει».

Αυτό που σηματοδοτεί τη νέα οικονομία είναι η τεχνολογική και πληροφορική επανάσταση. Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση ή, αλλιώς, τρίτη καπιταλιστική μετάβαση, όπως όλες οι προγενέστερές της, οδηγεί σε ρήξη με τις παλιές παραγωγικές δομές και συνθήκες και στη δημιουργία νέων. Ταυτόχρονα, οδηγεί και στη ριζική μείωση ή και εξαφάνιση ολόκληρων τομέων παραγωγής και την ανάδυση νέων, οι οποίοι στις δύο προηγούμενες επαναστάσεις απορροφούσαν τους κραδασμούς της ανεργίας που κάθε φορά προέκυπτε. Έτσι, κατά χρονική ακολουθία, το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων στον πρωτογενή αγροτικό τομέα εντάχθηκαν στον δευτερογενή της βιομηχανίας (πρώτη βιομηχανική επανάσταση) και αργότερα στον τομέα των υπηρεσιών (δεύτερη βιομηχανική επανάσταση). Το ερώτημα εδώ είναι: ποιος παραγωγικός τομέας δημιουργείται κατά τη μετάβαση του οικονομικού συστήματος στην οικονομία της γνώσης για να απορροφήσει τους νέους «κραδασμούς» της ανεργίας; Η προφανέστερη απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί, και μάλιστα δίνεται με μεγάλη ευκολία από τους ρήτορες της διά βίου μάθησης, είναι ο τομέας της γνώσης. Μια τέτοια απάντηση χρήζει εμπειρικής διερεύνησης, όπως αυτήν στην οποία προβαίνει ο Rifkin (1996), ο οποίος, υποστηρίζοντας ότι βιώνουμε ήδη την εποχή του τέλους της εργασίας, αναδεικνύει το γεγονός ότι ο τομέας της γνώσης, αλλά ακόμα και ο τομέας των υπηρεσιών, απορροφά ένα πολύ μικρό ποσοστό των ανέργων, ενώ η ίδια η οικονομία της γνώσης, οι νέες παραγωγικές δομές και οι απαιτήσεις του παγκόσμιου κεφαλαίου δημιουργούν όλο και περισσότερη ανεργία. Το παράδοξο που συντελείται στις μέρες μας είναι μια ολοταχώς αυξανόμενη ανάπτυξη, παραγωγικότητα και κερδοφορία, με μια παράλληλη προοδευτική μείωση όλων των τομέων εργασίας, των μόνιμων θέσεων εργασίας και των μισθών, επισημαίνει ο Rifkin (ό.π.), οδηγώντας τελικά σε μιαν ανάπτυξη χωρίς εργασία (jobless growth). Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, η κερδοφορία μέσω χρηματοοικονομικών συναλλαγών είναι μεγαλύτερη και συνεπώς προτιμότερη από την κερδοφορία μέσω της παραγωγής (Gorz 1999) 19. Ο Gorz (ό.π.) μιλά για την Έξοδο και αυτονόμηση του κεφαλαίου από τη σφαίρα του πολιτικού και του κοινωνικού, η οποία συντελείται στην εποχή της οικονομίας του άυλου, στην εποχή του μεταφορντισμού.

Το μετα-φορντικό μοντέλο παραγωγής20, που αποτελεί κατά τον Rifkin (ό.π.:189) το οργανωτικό θεμέλιο για ένα μέλλον χωρίς εργαζόμενους, υπακούει στις ιαπωνικής εμπνεύσεως αρχές της λιτής παραγωγής (lean production) και του επανασχεδιασμού ή αναδιάρθρωσης της παραγωγής και της διοίκησης (reengineering), οι οποίες απαιτούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων, λιγότερο χώρο, χρόνο και εφεδρικούς πόρους και εξασφαλίζουν μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων, καθώς και λιγότερα ποσοστά βλαβών. Οι εργαζόμενοι σε εργοστάσια λιτής παραγωγής εργάζονται σε ομάδες και έχουν την ευθύνη όλων των σταδίων παραγωγής, καθώς και του ελέγχου ποιότητας των προϊόντων που παράγουν, εξασφαλίζοντας στην εταιρεία όχι μόνο την ποιότητα αλλά και την πειθαρχία των εργαζομένων. Η αναγκαστική συλλογική ευθύνη τούς κάνει πρόθυμους συνεργούς στην ίδια τους την εκμετάλλευση (Rifkin ό.π.:340). Στις ιδανικές μορφές της, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αυτοκινητοβιομηχανία Toyota, οι εργαζόμενοι όχι μόνο έχουν τη δυνατότητα αλλά και επιβάλλεται να κάνουν προτάσεις διαρκούς βελτίωσης της παραγωγής σε τακτά, μάλιστα, διαστήματα, παίρνοντας μέρος σε μια διαδικασία που ονομάζεται «καϊζέν» και η οποία λαμβάνει χώρα όχι μόνο εντός ωραρίου αλλά και εκτός, όπως για παράδειγμα στους λεγόμενους «κύκλους ποιότητας», στους οποίους οι εργαζόμενοι είναι ουσιαστικά υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Από την άλλη, συντελείται στις επιχειρήσεις μια μεγάλης κλίμακας εκκαθάριση από τα μεσαία και ανώτερα διοικητικά στελέχη που ο επανασχεδιασμός και η αυτοματοποίηση τα καθιστά πλέον περιττά και οικονομικά ασύμφορα, δημιουργώντας τους «ανέργους των προαστίων» που, στην προσπάθειά τους να βρουν δουλειά και να επιβιώσουν, όταν δεν παθαίνουν κατάθλιψη, δεν καταφεύγουν στον αλκοολισμό, δεν αυτοκτονούν και δεν σκοτώνουν πρώην εργοδότες ή συναδέλφους, είτε συμβιβάζονται όλο και περισσότερο με εργασία χαμηλόμισθης μερικής απασχόλησης είτε καταφεύγουν σε περισσότερες της μιας εργασίας, των οποίων οι συνολικές αποδοχές είναι κατά πολύ μειωμένες. Ο Rifkin (ό.π.:188) μας πληροφορεί ότι στις Η.Π.Α., όπου η αφροαμερικανική κοινότητα έχει από καιρό δεχθεί τα πλήγματα του μετα-φορντισμού εξαιτίας των χαμηλών δεξιοτήτων της και έχει περάσει από καθεστώς καταπίεσης σε καθεστώς αχρηστίας,

«Η τάξη των Αμερικανών παριών, που εξακολουθεί να είναι ως επί το πλείστον μαύρη και συγκεντρωμένη στις πόλεις, θα αρχίσει κατά πάσα πιθανότητα να γίνεται όλο και περισσότερο λευκή και προαστιακή…»

 Η ανεργία, η επισφαλής εργασία και η μείωση των μισθών γίνεται όχι μόνο όλο και περισσότερο «λευκή» αλλά και όλο και περισσότερο «μορφωμένη». Η σύγχρονη αγορά εργασίας για τους κατόχους πτυχίων είναι η χειρότερη που υπήρξε ύστερα από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (Rifkin ό.π.:319). Η ειρωνεία μάλιστα είναι ότι η πρώτη ήττα των αμερικανικών εργατικών συνδικάτων σημειώθηκε, όταν οι εκπρόσωποί τους πίστεψαν ότι θα αντεπεξέρχονταν στους κινδύνους της αυτοματοποίησης, αν ζητούσαν περισσότερη επανεκπαίδευση και όχι τον έλεγχο της παραγωγής και την αύξηση των αποδοχών, χάνοντας, έτσι, ένα μεγάλο μέρος της διαπραγματευτικής τους δύναμης και προσφέροντας πραγματική υπηρεσία στους εργοδότες. Ο Rifkin (ό.π.) μιλά για τη συνθηκολόγηση των συνδικάτων, τα οποία ουσιαστικά υπέγραψαν την καταδίκη τους, αφού η αυτοματοποίηση μείωσε τις θέσεις ανειδίκευτης εργασίας, δεν δημιούργησε νέες, τα μέλη τους μειώθηκαν, το ίδιο και η αξία και η διαπραγματευτική δύναμη της απεργίας και των ίδιων των συνδικάτων.

Από δω και ύστερα οι εργαζόμενοι μπαίνουν, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της Ε.Ε., στον «γκρίζο χώρο», σε ένα πολυσύνθετο, πολυδιασπασμένο, εξατομικευμένο, ευέλικτο και αβέβαιο καθεστώς εργασίας. Οι επιχειρήσεις, και μάλιστα οι πιο κερδοφόρες, επιζητώντας μεγαλύτερη αύξηση των εταιρικών κερδών και μεγαλύτερη μείωση των δαπανών καταφεύγουν σε μαζικές απολύσεις και μετατροπές των θέσεων εργασίας από μόνιμες σε μερικής και έκτακτης απασχόλησης, προσθέτουν και αφαιρούν έκτακτους υπαλλήλους, ανάλογα με τις (ακόμα και εβδομαδιαίες) τάσεις της αγοράς, συνάπτοντας ατομικές συμβάσεις εργασίας. Στην αγορά, πάλι, αναφύονται οι εργολάβοι που αναλαμβάνουν έναντι αμοιβής τη διαχείριση και εμπορία του «εφεδρικού στρατού»: τα πρακτορεία παροχής προσωρινών υπηρεσιών που νοικιάζουν έκτακτους υπαλλήλους σε εταιρείες για να κάνουν την ίδια δουλειά με τους μόνιμους, παίρνοντας όμως τα μισά χρήματα. Αυτοί οι υπάλληλοι, που ίσως και να μην δείχνουν την απαραίτητη αφοσίωση στην εταιρεία, είναι τα προϊόντα μιας χρήσης, οι ερωτικές σχέσεις μιας βραδιάς, που η ύπαρξή τους καταφέρνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: τη μείωση του κόστους των αμοιβών και των κοινωνικών παροχών και την άσκηση πίεσης στους μόνιμους υπαλλήλους, οι οποίοι φοβούνται μήπως βρεθούν κι αυτοί στο ίδιο καθεστώς (Rifkinό.π.:353-354). Τώρα, ίσως να φωτίζεται η απόκρυψη του υποκειμένου και η ασαφής αλλά αναπόφευκτη ενδεχομενικότητα της ευρωπαϊκής ρητορικής περί ευελιξίας και ασφάλειας (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2006δ) που συναντήσαμε νωρίτερα και να απαντάται, τελικά, το ερώτημα «ποιος ωθεί την ευελιξία» των εργασιακών σχέσεων και «ποιος προσφεύγει σε εναλλακτικές μορφές απασχόλησης».

Ταυτόχρονα, αναδύεται η κάστα των ανώτατων διευθυντικών στελεχών που νέμονται όλο και μεγαλύτερα ποσοστά των εταιρικών κερδών, ποσοστά που αυξήθηκαν μέσα σε 13 χρόνια κατά 220%. Ο Rifkin τους ονομάζει Εργάτες της Γνώσης, νέα αριστοκρατία, χοντρές γάτες, μια αφρόκρεμα που αποτελείται από κοσμοπολίτες απάτριδες δικηγόρους, τραπεζικούς, συμβούλους, φυσικομαθηματικούς, διαχειριστές και προμηθευτές πληροφοριών και κάθε λογής χειριστών συμβόλων και υπεύθυνων της οικονομικής λειτουργίας του συστήματος. Είναι αυτοί που παίρνουν την μερίδα του λέοντος του κόστους παραγωγής (Rifkin ό.π.:323) και την εξουσία που κάποτε κατείχαν οι εργάτες, στα πλαίσια μιας υποχρεωτικής ανακατανομής του πλούτου από τους εργαζόμενους στους επιχειρηματίες. Είναι η αυτοαπασχολούμενη ελίτ της γνώσης, μια high-tech νομαδική φυλή (Gorz 1999, Rifkin 1996) που προτιμά να μην μοιράζεται την ευμάρειά της με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Αυτό το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, το αποτέλεσμα μιας εργασίας που καταργεί την εργασία (Gorz 1999), αποτελείται από στρατιές ανθρώπων που γρήγορα εντάσσονται στη σκλαβιά της ανεργίας (Rifkin ό.π.), ζουν σε καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας και ανασφάλειας για το αύριο και ανέχειας μέσα στο σήμερα, εύκολα θύματα του σύγχρονου σκλαβοπάζαρου εργατών που, στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται οι υπηρέτες της αριστοκρατικής ελίτ, τα ροζ κολλάρα της “κοινωνίας της γνώσης” και, στη χειρότερη, τα ανθρώπινα εξαθλιωμένα «σκουπίδια» της. Οι νέες κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις, η νέα κοινωνική διαστρωμάτωση και η διαμόρφωση των ενοικούντων μιας τέτοιας κοινωνίας συζητούνται στο 4ο κεφάλαιο. Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την ανάλυση των συνθηκών απασχόλησης της “κοινωνίας” και, ακριβέστερα, της οικονομίας της γνώσης, είναι ότι το μελανό εργασιακό μέλλον που ήδη προδιαγράφεται σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνει την αισιοδοξία και βεβαιότητα της Ε.Ε. και των εταίρων της οργανισμών ότι η επαγγελλόμενη διά βίου μάθηση πρόκειται με οποιονδήποτε τρόπο να εξασφαλίσει την πολυδιακηρυγμένη απασχολησιμότητα των διά βίου μαθητευόμενων. Αντίθετα, σε μια οικονομία που μεγεθύνεται μέσα από τη συρρίκνωση και απαξίωση του ανθρώπου, ως εργατικής δύναμης αρχικά και ως ύπαρξης τελικά, και μόνο η χρήση των λέξεων μάθηση και γνώση αποτελεί τουλάχιστον ύβρη και εμπαιγμό.»

Έξω ρε!

BANKIA

Πήρες δάνειο. Ήθελες ένα σπίτι να στεγάσεις τα παιδιά σου. Πίστεψες το «όνειρο» που σου πούλησαν σε τιμή ευκαιρίας. Το πλήρωνες, μέχρι που το όνειρο έγινε εφιάλτης. Ο εφιάλτης σε ξύπνησε κι εσύ τον ζεις ακόμα. Το ευαγές ίδρυμα σου καθάριζε τα παπούτσια όταν πρωτομπήκες. Ήσουν «καλός πελάτης». Είχες μέχρι και private banking. Πήρες λίγη από τη λάμψη αυτού στον οποίο ήθελες να μοιάσεις. Κακέκτυπο. Τώρα με τα χρήματά σου, με το σπίτι σου, με τα παιδιά σου, με τα όνειρά σου πληρώνεις την κυβέρνηση που πληρώνει τους τραπεζίτες. Τους τραπεζίτες που πληρώνουν την κυβέρνηση που πληρώνει τα όργανα της τάξης (ναι, της αστικής) να σε πετάνε ΕΞΩ.

Έξω από το σπίτι σου

Έξω από το μαγαζί που νόμιζες, αλίμονο, ότι είσαι και πελάτης

Έξω από τη ζωή που νόμιζες, αλίμονο, ότι σου ανήκει

Έξω από τα όνειρα που νόμιζες, αλίμονο, ότι ήταν πραγματικά.

Έξω ρε! Και μην ξεχάσεις να πληρώσεις τους φόρους σου. Και πού ‘σαι! Να μας ξαναψηφίσεις!

BANKIA3

(Οι φωτογραφίες από εδώ)

Πληροφοριακή εργασία και “επισφαλειοποίηση”, Franco “Bifo” Berardi

Αντιγράφω το 2o κεφάλαιο από το βιβλίο του Bifo Επισφαλής Ραψωδία, Σημειοκαπιταλισμός και οι παθολογίες της μετα-άλφα γενιάς, που μετέφρασε κι επιμελήθηκε ο Θ. Σάρας. Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται εδώ.

Πληροφοριακή εργασία και “επισφαλειοποίηση”

Δεν έχουμε μέλλον γιατί το παρόν μας είναι πολύ ασταθές. Έχουμε μόνο τη διαχείριση των κινδύνων. Η περιστροφή των σεναρίων της δεδομένης στιγμής.- William Gibson, Pattern recognition

Τον Φεβρουάριο του 2003 ο αμερικανός δημοσιογράφος Bob Herbert δημοσίευσε στην New York Times τα αποτελέσματα μιας γνωστικής έρευνας σε ένα δείγμα μερικών εκατοντάδων άνεργων νέων στο Σικάγο: κανένας από τους ερωτηθέντες δεν ανάμενε να βρει δουλειά τα επόμενα χρόνια, κανένας από αυτούς δεν ανάμενε να είναι σε θέση να επαναστατήσει, ή να πυροδοτήσει μεγάλης κλίμακας συλλογικές αλλαγές. Η γενική αίσθηση των ερωτηθέντων ήταν ένα αίσθημα μιας εδραιωμένης αδυναμίας. Η αντίληψη της παρακμής δεν φαινόταν εστιασμένη στην πολιτική, αλλά σε ένα βαθύτερο αίτιο, στο σενάριο μιας κοινωνικής και φυσικής εμπλοκής που φαίνεται να ακυρώνει κάθε δυνατότητα δόμησης εναλλακτικών λύσεων.

Ο θρυμματισμός του παρόντος χρόνου αντιστρέφεται στην κατάρρευση του μέλλοντος. Στο TheCorrosionofCharacter: ThePersonalConsequencesofWorkintheNewCapitalism(1988) , ο Richard Sennett αντιδρά σε αυτή την υπαρξιακή συνθήκη της επισφάλειας και του θρυμματισμού με τη νοσταλγία για μια εποχή του παρελθόντος, που η ζωή ήταν δομημένη με σταθερούς κοινωνικούς ρόλους, και ο χρόνος είχε μία αρκετή γραμμική συνέπεια για να ερμηνεύσει τα μονοπάτια της ταυτότητας.

Το βέλος του χρόνου έχει σπάσει: σε μια οικονομία υπό διαρκή αναδιάρθρωση που βασίζεται στο βραχυπρόθεσμο και μισεί τη ρουτίνα, οι καθορισμένες τροχιές δεν υπάρχουν πια. Οι άνθρωποι νοσταλγούν τις σταθερές ανθρώπινες σχέσεις και τους μακροπρόθεσμους στόχους (1988)

Αλλά αυτή η νοσταλγία δεν χωράει στην παρούσα πραγματικότητα, και οι προσπάθειες για να ενεργοποιηθεί ξανά η κοινότητα παραμένουν τεχνητές και στείρες.

Στο δοκίμιό της “Precari-us?” (2005) η Angela Mitropoulos παρατηρεί ότι η επισφάλεια είναι μια επισφαλής έννοια. Αυτό γιατί ορίζει το αντικείμενό της, με ένα κατά προσέγγιση τρόπο, αλλά και επειδή από αυτή την αντίληψη προέρχονται παράδοξες, αυτο-αντιφατικές, με άλλα λόγια επισφαλείς στρατηγικές . Αν επικεντρώσουμε όλη την κριτική μας στον επισφαλή χαρακτήρα της εργασιακής επίδοσης ποιο θα ήταν το προτεινόμενο αντικείμενό μας; Αυτό μιας σταθερής εργασίας, εγγυημένης για μια ζωή; Φυσικά όχι, αυτό θα ήταν μια πολιτιστική οπισθοδρόμηση που σίγουρα θα υποβίβαζε το ρόλο της εργασίας. Κάποιοι άρχισαν να μιλούν για “ευελιξία με ασφάλεια” (‘flexicurity’ ) για να σημάνουν μορφές μισθού ανεξάρτητες από την εργασιακή επίδοση. Αλλά είμαστε ακόμη μακριά από το να έχουμε μια στρατηγική της κοινωνικής ανασύνθεσης για το εργατικό κίνημα ώστε να απαλλαγούμε από την απεριόριστη εκμετάλλευση. Εμείς πρέπει να συνεχίσουμε το νήμα της ανάλυσης της κοινωνικής σύνθεσης και αποσύνθεσης, αν θέλουμε να διακρίνουμε πιθανές γραμμές μιας διαδικασίας επερχόμενης ανασύνθεσης.

Στη δεκαετία του 1970, η ενεργειακή κρίση, η επακόλουθη οικονομική ύφεση και, τέλος, η υποκατάσταση της εργασίας από αριθμητικές μηχανές οδήγησε στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων χωρίς εγγυήσεις. Από τότε το ζήτημα της επισφάλειας έχει γίνει κεντρικό στην κοινωνική ανάλυση, αλλά επίσης στις φιλοδοξίες του κινήματος. Ξεκινήσαμε προτείνοντας αγώνες για μορφές εξασφαλισμένου εισοδήματος αποσυνδεδεμένου από την εργασία, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του νεαρού πληθυσμού δεν είχε καμία προοπτική εγγυημένης απασχόλησης. Η κατάσταση έχει αλλάξει από τότε, επειδή αυτό που φαινόταν μια περιθωριακή και προσωρινή κατάσταση έχει πλέον καταστεί η επικρατούσα μορφή των εργασιακών σχέσεων. Η επισφάλεια δεν είναι πλέον ένα περιθωριακό και προσωρινό χαρακτηριστικό, αλλά είναι η γενική μορφή της εργασιακής σχέσης σε μια παραγωγική, ψηφιοποιημένη σφαίρα, δικτυωμένη και ανασυνδυαζόμενη.

Η λέξη “πρεκαριάτο” (precariat) σημαίνει γενικά το χώρο της εργασίας που δεν καθορίζεται πλέον από σταθερούς κανόνες σε σχέση με τη σχέση εργασίας, το μισθό και με το μήκος της εργάσιμης ημέρας. Ωστόσο, αν αναλύσουμε το παρελθόν βλέπουμε ότι οι κανόνες αυτοί λειτούργησαν μόνο για περιορισμένη χρονική περίοδο στην ιστορία της σχέσης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο επίκεντρο του εικοστού αιώνα, υπό την πολιτική πίεση των συνδικάτων και των εργαζόμενων, σε συνθήκες (σχεδόν) πλήρους απασχόλησης και, χάρη σε ένα περισσότερο ή λιγότερο έντονα ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στην οικονομία, κάποια όρια στη φυσική βία της καπιταλιστικής δυναμικής μπορούσαν να είναι νομικά καθιερωμένα. Οι νομικές υποχρεώσεις που σε συγκεκριμένες περιόδους προστάτεψαν την κοινωνία από τη βία του κεφαλαίου πάντα βασίζονταν στην ύπαρξη μιας σχέσης δύναμης πολιτικού και υλικού είδους (η βία των εργατών ενάντια στη βία του κεφαλαίου). Χάρη στην πολιτική δύναμη έγινε δυνατή η επιβεβαίωση δικαιωμάτων, η θέσπιση νόμων και η προστασία τους ως προσωπικών δικαιωμάτων. Με την παρακμή της πολιτικής δύναμης του κινήματος των εργατών, η φυσική επισφάλεια των εργασιακών σχέσεων στον καπιταλισμό, και η κτηνωδία του, έχουν αναδυθεί ξανά.

Το νέο φαινόμενο δεν είναι ο επισφαλής χαρακτήρας της αγοράς εργασίας, αλλά οι τεχνικές και πολιτιστικές συνθήκες, στις οποίες η πληροφοριακή εργασία (info-labor) γίνεται επισφαλής. Οι τεχνικές συνθήκες είναι εκείνες του ψηφιακού ανασυνδυασμού της πληροφοριακής-εργασίας στα δίκτυα. Οι πολιτιστικές συνθήκες είναι εκείνες της εκπαίδευσης των μαζών και των προσδοκιών κατανάλωσης που κληρονομήθηκαν από την κοινωνία στα τέλη του εικοστού αιώνα, και που τροφοδοτήθηκαν διαρκώς από ολόκληρο το μηχανισμό του μάρκετινγκ και των μέσων επικοινωνίας.

Αν αναλύσουμε την πρώτη πτυχή, δηλαδή τις τεχνικές μεταμορφώσεις που εισήχθησαν με την ψηφιοποίηση του παραγωγικού κύκλου, βλέπουμε ότι το βασικό σημείο δεν είναι η μετατροπή της σχέσης εργασίας σε επισφαλή (η οποία, παρόλα αυτά, ήταν πάντα επισφαλής), αλλά η διάλυση του ατόμου ως ενεργού παραγωγικού παράγοντα, ως εργατικής δύναμης. Πρέπει να εξετάσουμε τον κυβερνοχώρο της παγκόσμιας παραγωγής ως μια απέραντη έκταση του από-προσωποποιημένου ανθρώπινου χρόνου.

Η πληροφοριακή-εργασία, η παροχή χρόνου για την επεξεργασία και τον ανασυνδυασμό στοιχείων των πληροφοριακών-εμπορευμάτων, είναι το ακραίο σημείο άφιξης της διαδικασίας της αφαίρεσης από τις συγκεκριμένες δραστηριότητες, που ο Μαρξ ανέλυσε ως χαραγμένη τάση στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας.

Η διαδικασία της αφαίρεσης της εργασίας έχει σταδιακά απογυμνώσει τον εργασιακό χρόνο από κάθε συγκεκριμένη και ατομική ιδιαιτερότητα. Το άτομο του χρόνου για το οποίο μιλά ο Μαρξ είναι η ελάχιστη μονάδα της παραγωγικής εργασίας. Αλλά στη βιομηχανική παραγωγή, ο αφηρημένος χρόνος εργασίας προσωποποιήθηκε από ένα φυσικό και νομικό φορέα, ενσωματωμένο σε ένα εργάτη με σάρκα και οστά, με μία πιστοποιημένη και πολιτική ταυτότητα. Φυσικά το κεφάλαιο δεν αγόρασε μια προσωπική διάθεση, αλλά το χρόνο του οποίου οι εργάτες ήταν οι φορείς του. Αλλά εάν το κεφάλαιο ήθελε να διαθέσει τον απαραίτητο χρόνο για την αξιοποίηση του, ήταν απαραίτητο να προσλάβει ένα ανθρώπινο ον, να αγοράσει το σύνολο του χρόνου του, και ως εκ τούτου χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις υλικές ανάγκες, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις πολιτικές απαιτήσεις των οποίων το άτομο ήταν φορέας.

Όταν κινούμαστε στη σφαίρα της πληροφοριακής-εργασίας δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη να αγοραστεί ένα πρόσωπο για οκτώ ώρες την ημέρα επ ‘αόριστον. Το κεφάλαιο δεν στρατολογεί πλέον ανθρώπους, αλλά αγοράζει πακέτα χρόνου, διαχωρισμένα από τους εναλλακτικούς και περιστασιακούς φορείς.

Ο αποπροσωποποιημένες χρόνος έχει γίνει ο αληθινός παράγων της διαδικασίας αξιοποίησης, και ο αποπροσωποποιημένες χρόνος δεν έχει δικαιώματα, ούτε απαιτήσεις. Μπορεί μόνο να είναι διαθέσιμος ή μη διαθέσιμος, αλλά η εναλλακτική λύση είναι καθαρά θεωρητική διότι το φυσικό σώμα αν και δεν είναι νομικά αναγνωρισμένο πρόσωπο εξακολουθεί να πρέπει να αγοράσει τρόφιμα και να πληρώσει ενοίκιο.

Οι πληροφορικές διαδικασίες του ανασυνδυασμού του σημειωτικού υλικού έχει ως αποτέλεσμα την υγροποίηση του αντικειμενικού χρονικού διαστήματος, που απαιτείται για την παραγωγή του πληροφοριακού-εμπορεύματος. Η ανθρώπινη μηχανή είναι εκεί, παλλόμενη και διαθέσιμη, σαν ένας εγκέφαλος-εξαπλώμενος σε αναμονή. Η παράταση του χρόνου είναι σχολαστικά κυψελοποιημένη: κελιά παραγωγικού χρόνου μπορούν να επιστρατευθούν σε σημειακές, τυχαίες και θρυμματισμένες μορφές. Ο ανασυνδυασμός αυτών των μορφών πραγματοποιείται αυτόματα στο δίκτυο. Το κινητό τηλέφωνο είναι το εργαλείο που κάνει δυνατή τη σύνδεση μεταξύ των αναγκών του σημειολογικού κεφαλαίου και της κινητοποίησης της ζωντανής εργασίας του κυβερνοχώρου. Ο ήχος κλήσης (ringtone) του κινητού τηλεφώνου καλεί τους εργαζόμενους να επανασυνδέσουν τον αφηρημένο χρόνο τους στη δικτυωτή ροή.

Είναι μια παράξενη λέξη, με την οποία ταυτίζουμε την ιδεολογία που κυριαρχεί στη μετά- ανθρώπινη μετάβαση προς την ψηφιακή σκλαβιά: φιλελευθερισμός. Η ελευθερία είναι ο θεμέλιος μύθος της, αλλά η ελευθερία ποιου; Η ελευθερία του κεφαλαίου, σίγουρα. Το Κεφάλαιο πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερο να επεκταθεί σε κάθε γωνιά του κόσμου για να βρει το θρύμμα του ανθρώπινου χρόνου, που είναι διαθέσιμο για εκμετάλλευση για τον πιο μίζερο μισθό. Αλλά ο φιλελευθερισμός υποδηλώνει και την ελευθερία του προσώπου. Το νομικό πρόσωπο είναι ελεύθερο να εκφραστεί, να διαλέξει αντιπροσώπους, να είναι επιχειρηματίας στο επίπεδο της πολιτικής και της οικονομίας.

Πολύ ενδιαφέρον. Μόνο που το πρόσωπο έχει εξαφανιστεί. Αυτό που μένει είναι ένα αδρανές αντικείμενο, άσχετο και άχρηστο. Το πρόσωπο είναι ελεύθερο, σίγουρα. Αλλά ο χρόνος του είναι σκλαβωμένος. Η ελευθερία του είναι μια νομική επινόηση στην οποία δεν αντιστοιχεί τίποτα στη συγκεκριμένη καθημερινή ζωή. Αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες το έργο της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, προλεταριακής και κογκνιτάριας (cognitariat), πραγματοποιείται όντως στην εποχή μας, αν εξετάσουμε τις συνθήκες του μέσου μισθού σε παγκόσμιο επίπεδο, αν αναλογιστούμε την παρούσα και προσφάτως τεράστια κατάργηση προηγούμενων εργατικών δικαιωμάτων, μπορούμε να πούμε χωρίς ρητορική υπερβολή ότι ζούμε σε ένα καθεστώς δουλείας. Ο μέσος μισθός στο παγκόσμιο επίπεδο επαρκεί με δυσκολία για να αγοράσει τα μέσα απαραίτητα για την επιβίωση του ατόμου, του οποίου ο χρόνος είναι στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Και οι άνθρωποι δεν έχουν κανένα δικαίωμα στον χρόνο του οποίου είναι επισήμως οι ιδιοκτήτες, αλλά τους απαλλοτριώνεται αποτελεσματικά. Αυτός ο χρόνος δεν ανήκει πραγματικά σε αυτούς, διότι είναι διαχωρισμένος από την κοινωνική ύπαρξη των ανθρώπων που τον θέτουν στη διάθεση του ανασυνδυαστικού κυβερνο-παραγωγικού κυκλώματος. Ο χρόνος της εργασίας μορφοκλασματοποιείται (fractalized), δηλαδή, ανάγεται σε ελάχιστα θραύσματα που μπορούν να επανασυναρμολογούνται, και η μορφοκλασματοποίηση (fractalization) καθιστά για το κεφάλαιο δυνατή την εύρεση των συνθηκών ενός κατώτατου μισθού.

Πώς μπορούμε να αντιταχθούμε στον αποδεκατισμό της εργατικής τάξης και της συστημικής αποπροσωποποίησης της, τη σκλαβιά που επιβεβαιώνεται σαν ένα είδος εντολής της επισφαλούς και αποπροσωποποιημένης εργασίας; Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται με επιμονή από όποιον έχει ακόμη αίσθηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, η απάντηση δεν έρχεται γιατί η μορφή της αντίστασης και του αγώνα που ήταν επαρκείς στον εικοστό αιώνα δεν φαίνεται πλέον να έχουν την ικανότητα να διαδοθούν και να ενισχυθούν οι ίδιες, ούτε, κατά συνέπεια, μπορούν να σταματήσουν την απολυταρχία του κεφαλαίου. Μια εμπειρία που προέρχεται από τον αγώνα των εργαζομένων τα τελευταία χρόνια είναι ότι ο αγώνας των επισφαλών εργατών δεν κάνει έναν κύκλο. Η μορφοκλασματοποιημένη εργασία μπορεί επίσης να εξεγερθεί εγκαίρως, αλλά αυτό δεν θέτει σε κίνηση κάποιο κύμα αγώνα. Ο λόγος είναι εύκολο να κατανοηθεί. Προκειμένου οι αγώνες να σχηματίσουν έναν κύκλο πρέπει να υπάρχει μια χωρική εγγύτητα των σωμάτων της εργασίας και μια υπαρξιακή χρονική συνέχεια. Χωρίς αυτή την εγγύτητα και συνέχεια, μας λείπουν οι όροι ώστε τα κυψελοποιημένα σώματα να γίνουν κοινότητα. Κανένα κύμα δεν μπορεί να δημιουργηθεί, επειδή οι εργάτες δεν μοιράζονται την ύπαρξή τους στο χρόνο, και οι συμπεριφορές μπορεί να γίνουν ένα κύμα μόνο όταν υπάρχει μια συνεχής εγγύτητα στον χρόνο, κάτι που η πληροφοριακή-εργασία δεν επιτρέπει πλέον.

Σχιζο-οικονομία

Οι κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας είναι πλέον ανεπαρκείς λόγω των διαδικασιών υποκειμενοποίησης που διασχίζουν τα πεδία που είναι πιο πολύπλοκα. Ένα νέο πειθαρχικό πεδίο έχει αρχίσει να οριοθετείται στη συνάντηση ανάμεσα στα εδάφη της οικονομίας, της σημειολογίας και της ψυχο-χημείας.

Το σημειολογικό κεφάλαιο είναι κεφάλαιο-ροής που πήζει σε σημειωτικά αντικείμενα, χωρίς να υλοποιείται το ίδιο. Οι έννοιες σφυρηλατημένες από δύο αιώνες οικονομικής σκέψης φαίνονται διαλυμένες, αναποτελεσματικές και ανίκανες για την κατανόηση ενός από τα πολλά φαινόμενα που έχουν προκύψει στη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής από τότε που έγιναν γνωστικά. Η γνωστική δραστηριότητα ήταν πάντα η βάση όλης της ανθρώπινης παραγωγής, ακόμα και της παραγωγής μηχανικού τύπου. Δεν υπάρχει διαδικασία της ανθρώπινης εργασίας που δεν συνεπάγεται μία άσκηση της νοημοσύνης. Αλλά σήμερα, η γνωστική ικανότητα τείνει να γίνει ο βασικός παραγωγικός πόρος. Στη σφαίρα της βιομηχανικής εργασίας, ο νους τέθηκε στην εργασία ως επαναλαμβανόμενος αυτοματισμός, η φυσιολογική υποστήριξη της μυϊκής κίνησης. Σήμερα ο νους είναι στην εργασία σε τόσες πολλές καινοτομίες, γλώσσες, και επικοινωνιακές σχέσεις. Η υπαγωγή του νου στη διαδικασία της καπιταλιστικής αξιοποίησης οδηγεί σε μία πραγματική μετάλλαξη. Ο συνειδητός και ευαίσθητος οργανισμός υποβάλλεται σε μία ανταγωνιστική πίεση, σε μία επιτάχυνση των ερεθισμάτων, σε ένα συνεχές επιμελές στρες. Ως συνέπεια, η διανοητική ατμόσφαιρα, η πληροφοριακή-σφαίρα στην οποία ο νους σχηματίζεται και εισέρχεται σε σχέσεις με άλλα μυαλά, γίνεται μία ψυχοπαθογενής ατμόσφαιρα. Για να καταλάβουμε το άπειρο παιχνίδι του σημειολογικού κεφαλαίου των καθρεφτών, πρέπει να σκιαγραφήσουμε ένα νέο πειθαρχικό πεδίο, που οριοθετείται από τρεις πτυχές:

– Την κριτική της πολιτικής οικονομίας της συνδετικής νοημοσύνης·

– τη σημειολογία των γλωσσικο-οικονομικών ροών·

– την ψυχοχημεία της ατμόσφαιρας της πληροφοριακής-σφαίρας, που μελετά τα ψυχοπαθογενή αποτελέσματα της οικονομικής ανάπτυξης του ανθρώπινου νου.

Η διαδικασία της ψηφιακής παραγωγής παίρνει μία βιολογική μορφή που μπορεί να παρομοιαστεί με έναν οργανισμό: το νευρικό σύστημα μίας οργάνωσης είναι ανάλογο με το ανθρώπινο νευρικό σύστημα. Κάθε βιομηχανική επιχείρηση έχει “αυτόνομα” συστήματα,  λειτουργικές διαδικασίες, που πρέπει να λειτουργούν για την επιβίωση της. Αυτό που έλειπε από τις οργανώσεις στο παρελθόν ήταν οι συνδέσεις μεταξύ των κομματιών πληροφορίας που μοιάζουν με τους διασυνδεδεμένους νευρώνες στον εγκέφαλο. Η δικτυωμένη ψηφιακή επιχείρηση λειτουργεί, όπως ένα άριστο τεχνητό νευρικό σύστημα. Η πληροφορία ρέει μέσα της γρήγορα και φυσικά, όπως η σκέψη σε ένα ανθρώπινο ον, και είμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία να κυβερνήσουμε και να συν-τονίσουμε τις ομάδες των ανθρώπων, με την ίδια ταχύτητα με την οποία μπορούμε να επικεντρωθούμε σε ένα πρόβλημα. Σύμφωνα με τον Bill Gates (1999), δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την υλοποίηση μιας νέας μορφής οικονομικού συστήματος, επικεντρωμένου σε αυτό που μπορεί να οριστεί ως “Επιχείρηση με την ταχύτητα στης σκέψης”(Business at the speed of thought.)

Στο συνδεδεμένο κόσμο, οι βρόχοι αναδρομής της γενικής θεωρίας συστημάτων έχουν συγχωνευθεί με τη δυναμική λογική της βιογεννετικής, σε ένα μετα-ανθρώπινο όραμα της ψηφιακής παραγωγής. Τα ανθρώπινα μυαλά και η σάρκα ενοποιούνται με ψηφιακά κυκλώματα, χάρη σε διεπιφάνειες της επιτάχυνσης και της απλούστευσης: ένα μοντέλο της βιο-πληροφορικής παραγωγής αναδύεται, που παράγει σημειωτικά αντικείμενα με την ικανότητα για αυτόματη αντιγραφή των ζωντανών συστημάτων. Μόλις πλήρως ενεργό, το ψηφιακό νευρικό σύστημα μπορεί να εγκατασταθεί γρήγορα σε κάθε μορφή οργάνωσης. Αυτό σημαίνει ότι μόνο φαινομενικά η Microsoft ενδιαφέρεται για το λογισμικό, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Στην πραγματικότητα, η κρυφή τελικότητα της παραγωγής λογισμικού είναι η καλωδίωση του ανθρώπινου νου σε ένα δικτυακό συνεχές κυβερνητικού τύπου, που προορίζεται να δομήσει τις ροές της ψηφιακής πληροφορίας μέσω ενός νευρικού συστήματος, όλων των βασικών θεσμών της σύγχρονης ζωής. Η Microsoft επομένως, θα πρέπει θεωρείται μία παγκόσμια δυνητική μνήμη, ανταλλάξιμη και έτοιμη για εγκατάσταση. Ένα κυβερνοπτικό εισαγμένο στα σαρκώδη κυκλώματα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Η κυβερνητική τελικά γίνεται η ζωή, ή, όπως ο Bill Gates αρέσκεται να λέει, “οι πληροφορίες είναι το ζωτικής σημασίας ρευστό μας.”

Η φυσική κατάρρευση της οικονομίας

Το ψηφιακό νευρικό σύστημα ενσωματώνεται σταδιακά στο οργανικό νευρικό σύστημα, στο κύκλωμα της ανθρώπινης επικοινωνίας, και το επανακωδικοποιεί σύμφωνα με τις επιχειρησιακές γραμμές του και σύμφωνα με τη δική του ταχύτητα. Αλλά προκειμένου να εκπληρωθεί αυτή η μεταμόρφωση, το σώμα-νους πρέπει να περάσει μέσα από μία διαβολεμένη μετάλλαξη, που βλέπουμε να αναπτύσσεται στην ιστορία του κόσμου. Για να καταλάβουμε και να αναλύσουμε τη διαδικασία αυτή, δεν είναι επαρκή ούτε τα εννοιολογικά εργαλεία της πολιτικής οικονομίας, ούτε τα εργαλεία της τεχνολογικής ανάλυσης. Η διαδικασία της παραγωγής γίνεται σημειωτική και η δημιουργία του ψηφιακού νευρικού συστήματος συν-(μ)περιλαμβάνει και αποχαυνώνει το μυαλό, την κοινωνική ψυχή, τις επιθυμίες και τις ελπίδες, τους φόβους και τις φαντασιώσεις. Ως εκ τούτου, εάν θέλουμε να αναλύσουμε αυτούς τους παραγωγικούς μετασχηματισμούς, πρέπει να ασχοληθούμε με τη σημειωτική παραγωγή, με τις γλωσσικές και γνωστικές μεταλλάξεις. Και η μετάλλαξη περνά μέσα από το πεδίο των παθολογιών.

Η νεοφιλελεύθερη κουλτούρα έχει εκχύσει στον κοινωνικό εγκέφαλο ένα συνεχές ερέθισμα προς τον ανταγωνισμό, και το τεχνικό σύστημα του ψηφιακού δικτύου έχει καταστήσει δυνατή την εντατικοποίηση του πληροφοριακού ερεθίσματος, μεταδιδόμενο από τον κοινωνικό εγκέφαλο στους ατομικούς εγκεφάλους. Αυτή η επιτάχυνση του ερεθίσματος είναι παθογόνος παράγοντας που έχει ευρύτερες επιδράσεις στην κοινωνία. Ο οικονομικός ανταγωνισμός και η ψηφιακή εντατικοποίηση του πληροφοριακού ερεθίσματος, συνδυαζόμενα μαζί, προκαλούν μια κατάσταση μόνιμης ηλεκτροπληξίας που ρέει σε μία ευρέως διαδεδομένη παθολογία η οποία εκδηλώνεται είτε με το σύνδρομο πανικού ή με διαταραχές προσοχής.

Ο πανικός είναι ένα όλο και πιο διαδεδομένο σύνδρομο. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οι ψυχίατροι αναγνώριζαν μετά βίας αυτό το σύμπτωμα, που ανήκε μάλλον στη ρομαντική λογοτεχνική φαντασία, και θα μπορούσε να προσεγγίσει την αίσθηση του να συγκλονίζεσαι από τον άπειρο πλούτο των μορφών της φύσης με την απεριόριστη κοσμική εξουσία. Σήμερα, αντίθετα, ο πανικός όλο και πιο συχνά καταγγέλλεται ως ένα οδυνηρό και ανησυχητικό σύμπτωμα, η φυσική αίσθηση της αποτυχημένης πλέον διακυβέρνησης του ίδιου του σώματος από κάποιον, η επιτάχυνση του καρδιακού ρυθμού, η συντόμευση της αναπνοής που μπορεί να οδηγήσει σε λιποθυμία και παράλυση. Ακόμα κι αν δεν είναι σε γνώση μου κάποια εξαντλητική έρευνα σε αυτήν την περιοχή, μπορεί να προταθεί η υπόθεση ότι η διαμεσολάβηση της επικοινωνίας και η επακόλουθη αραίωση της φυσικής επαφής, μπορεί να προκαλέσει παθήσεις στη συγκινησιακή και συναισθηματική σφαίρα. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, υπάρχει μια γενιά που έχει μάθει περισσότερες λέξεις και έχει ακούσει περισσότερες ιστορίες από την τηλεοπτική μηχανή παρά από τη μητέρα της. Οι διαταραχές της προσοχής είναι όλο και πιο διαδεδομένες. Εκατομμύρια παιδιά της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης υποβάλλονται σε θεραπεία για μια διαταραχή που εκδηλώνεται ως ανικανότητα να διατηρήσουν την προσοχή τους επικεντρωμένη σε ένα αντικείμενο για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Η συνεχής διέγερση του μυαλού από την πλευρά των νευρο-διεγερτικών ροών οδηγεί πιθανώς σε έναν παθολογικό κορεσμό. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη σύγχρονη οικονομία πρέπει να ενδιαφερθούμε για την ψυχοπαθολογία των σχέσεων. Και αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη σύγχρονη ψυχοχημεία πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο νους επενδύεται με σημειωτικές ροές που ακολουθούν μία έξτρα-σημειωτική αρχή: την αρχή του οικονομικού ανταγωνισμού, την αρχή της μέγιστης ανάπτυξης. Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός συνδέθηκε με τον εγκέφαλο, ο τελευταίος ενσωμάτωσε έναν παθολογικό παράγοντα, ένα ψυχωτικό μιμίδιο που επιταχύνει τους παλμούς μέχρι το τρεμούλιασμα, ακόμη και την κατάρρευση.

Στη δεκαετία του 1990, ο πολιτισμός του Prozac ήταν ανακατεμένος με τη νέα οικονομία. Εκατοντάδες χιλιάδες των διαχειριστών, των συμβούλων και των διευθυντών της δυτικής  οικονομίας πήρε αναρίθμητες αποφάσεις σε μια κατάσταση χημικής ευφορίας και ψυχοφαρμακολογικής ζαλάδας. Όμως, μακροπρόθεσμα ο οργανισμός κατέρρευσε, ανίκανος να υποστηρίξει επ ‘αόριστον τη χημική ευφορία, που είχε διατηρηθεί στον ανταγωνιστικό ενθουσιασμό και τον παραγωγίστικο φανατισμό. Η συλλογική προσοχή ήταν υπερκορεσμένη και αυτό προκάλεσε μία κατάρρευση κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα. Όπως συμβαίνει σε έναν μανιοκαταθλιπτικό οργανισμό, όπως συμβαίνει με έναν ασθενή που επηρεάζεται από διπολική διαταραχή, μετά την οικονομική ευφορία της δεκαετίας του 1990, ακολούθησε μια κατάθλιψη.[13] Υπάρχει συνεπώς, μία κλινική κατάθλιψη που χτυπά τα κίνητρα, την πρωτοβουλία, την αυτοεκτίμηση, την επιθυμία και το σεξαπίλ στις ρίζες του. Για να κατανοήσουμε την κρίση της νέας οικονομίας, είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε από την ψυχική εμπειρία της δυνητικής τάξης, είναι απαραίτητο να συλλογιστούμε σχετικά με την ψυχική και τη συναισθηματική κατάσταση των εκατομμυρίων γνωστικών εργαζομένων που κίνησαν τη σκηνή των επιχειρήσεων, του πολιτισμού και του φαντασιακού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Η ατομική ψυχική κατάθλιψη ενός γνωστικού εργαζόμενου δεν είναι η συνέπεια της οικονομικής κρίσης, αλλά η αιτία της. Θα ήταν απλό να θεωρήσουμε την κατάθλιψη ως συνέπεια μιας κακής οικονομικής συγκυρίας. Αφού εργάστηκαν για τόσα πολλά χρόνια χαρούμενα και κερδοφόρα, η αξία των μετοχών έχει πέσει κατακόρυφα και ο εργάτης εγκεφάλου (brainworker) καταλαμβάνεται από μια άσχημη κατάθλιψη. Δεν γίνεται όμως με αυτόν τον τρόπο. Η κατάθλιψη κατεβαίνει στο γνωστικό εργαζόμενο επειδή το δικό του/της συναισθηματικό, φυσικό, διανοητικό σύστημα δεν μπορεί να υποστηρίξει επ ‘αόριστον την υπερκινητικότητα, που προκλήθηκε από την αγορά και από τα φαρμακευτικά προϊόντα. Κατά συνέπεια, τα πράγματα πρόκειται να πάνε άσχημα στην αγορά. Τι είναι η αγορά; Η αγορά είναι ο τόπος στον οποίο σημεία και εκκολαπτόμενα νοήματα, επιθυμίες και προβλέψεις συναντιούνται. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ζήτηση και προσφορά, πρέπει να σκεφτούμε με όρους ροών της επιθυμίας και σημειωτικούς ελκυστές, στις οποίες στο παρελθόν είχαν έφεση και σήμερα την έχουν χάσει.

Στη δικτυακή οικονομία, η ευελιξία έχει εξελιχθεί σε μια μορφή μορφοκλασματοποίησης της εργασίας. Η μορφοκλασματοποίηση σημαίνει τον αρθρωτό και ανασυνδυαζόμενο θρυμματισμό του χρόνου δραστηριότητας. Ο εργαζόμενος δεν υφίσταται πλέον ως πρόσωπο. Αυτός ή αυτή είναι μόνο ένας ανταλλάξιμος παραγωγός μικροθραυσμάτων της ανασυνδυαζόμενης σημείωσης, που εισέρχεται μέσα στη συνεχή ροή του Δικτύου. Το κεφάλαιο δεν πληρώνει πλέον για τη διαθεσιμότητα ενός εργαζόμενου προς εκμετάλλευση για μεγάλη χρονική περίοδο· δεν πληρώνει πλέον μισθό που καλύπτει όλο το φάσμα των οικονομικών αναγκών ενός προσώπου που εργάζεται. Ο εργάτης (μία μηχανή που διαθέτει εγκέφαλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θραύσματα χρόνου) πληρώνεται για τις περιστασιακές, προσωρινές υπηρεσίες της/του. Ο χρόνος εργασίας είναι κατακερματισμένος και κυψελοποιημένος. Οι κυψέλες του χρόνου είναι για πώληση στο Δίκτυο και οι επιχειρήσεις μπορούν να αγοράσουν όσο θέλουν χωρίς να είναι υποχρεωμένες σε καμία περίπτωση στην κοινωνική προστασία του εργαζόμενου.

Η έντονη και παρατεταμένη επένδυση των ψυχικών και λιμπιντικών ενεργειών στην εργασιακή διαδικασία έχει δημιουργήσει τις συνθήκες για μια ψυχική κατάρρευση που μεταφέρεται στον οικονομικό τομέα με την ύφεση και την πτώση της ζήτησης και στον πολιτικό τομέα, με τη μορφή της στρατιωτικής επιθετικότητας. Η χρήση της λέξης κατάρρευσης δεν είναι μια μεταφορά, αλλά μία κλινική περιγραφή του τι συμβαίνει στο δυτικό νου. Η λέξη κατάρρευση εκφράζει ένα πραγματικό και ακριβές παθολογικό φαινόμενο που επενδύει τον ψυχο-κοινωνικό οργανισμό. Αυτό που έχουμε δει κατά την περίοδο μετά τα πρώτα σημάδια της οικονομικής ύφεσης, κατά τους πρώτους μήνες του νέου αιώνα, είναι ένα ψυχοπαθές φαινόμενο της υπερ-διέγερσης, ένα τρέμουλο, ένας πανικός και τελικά η πτώση σε κατάθλιψη. Τα φαινόμενα της οικονομικής κατάθλιψης περιέχουν πάντοτε στοιχεία κρίσης της ψυχοκοινωνικής ισορροπίας, αλλά όταν επιτέλους η διαδικασία της παραγωγής έχει εμπλέξει τον εγκέφαλο με ένα μαζικό τρόπο, η ψυχοπαθολογία έχει γίνει η κρίσιμη πτυχή των οικονομικών κύκλων.

Ο διαθέσιμος χρόνος προσοχής των εργαζομένων που συμμετέχουν στο κύκλο της πληροφορίας συνεχώς μειώνεται: εμπλέκονται σε έναν αυξανόμενο αριθμό των διανοητικών εργασιών που καταλαμβάνουν κάθε κομμάτι της προσοχής τους. Γι ‘αυτούς δεν υπάρχει πλέον χρόνος να αφιερώσουν για αγάπη, τρυφερότητα, στοργή. Παίρνουν Viagra, γιατί δεν έχουν χρόνο για σεξουαλικά προκαταρκτικά. Παίρνουν κοκαΐνη για να είναι συνεχώς σε εγρήγορση και αντίδραση. Παίρνουν Prozac για να ακυρώσουν τη συνειδητοποίηση του παραλογισμού που απροσδόκητα αδειάζει τη ζωή τους από κάθε ενδιαφέρον. Η κυψελοποίηση έχει επιφέρει ένα είδος μόνιμης κατοχής του χρόνου ζωής. Το αποτέλεσμα είναι μια μετάλλαξη των κοινωνικών σχέσεων σε ψυχοπαθητική κατεύθυνση. Τα σημεία είναι εμφανή: τα εκατομμύρια πακέτα ψυχοφαρμακευτικών προϊόντων που πωλούνται, η επιδημία διαταραχών προσοχής διαχέεται μεταξύ των παιδιών και των εφήβων, γίνεται κανονική η διάδοση ναρκωτικών όπως το Ritalin στα σχολεία και αυτό που φαίνεται ως εξάπλωση της επιδημίας του πανικού στον ιστό της καθημερινής ζωής.

Η πληροφοριακή σφαίρα και ο κοινωνικός νους

Ο χώρος των μέσων (mediascape) είναι το σύμπαν των πομπών που στέλνουν στον εγκέφαλό μας σήματα σύμφωνα με τις πιο ποικίλες μορφές. Η πληροφοριακή-σφαίρα είναι η διεπαφή μεταξύ του συστήματος των μέσων (media) και του νου, που λαμβάνει τα σήματα, η διανοητική οικοσφαίρα, αυτή η άυλη σφαίρα στην οποία οι σημειωτικές ροές αλληλεπιδρούν με τις κεραίες λήψης των διάσπαρτων μυαλών στον πλανήτη. Ο νους είναι το σύμπαν των δεκτών που δεν περιορίζεται φυσικά στη λήψη, αλλά διαδικασιοποιεί, δημιουργεί και με τη σειρά του θέτει σε κίνηση νέες διαδικασίες της μετάδοσης και προκαλεί τη συνεχή εξέλιξη του χώρου των μέσων (media).

Η εξέλιξη της ενεργοποίησης της πληροφοριακής-σφαίρας όλο και πιο πολύπλοκων δικτύων διανομής πληροφοριών έχει δημιουργήσει ένα άλμα στην δύναμη, την ταχύτητα και την ίδια τη μορφή της πληροφοριακής-σφαίρας. Δεν υπάρχει αντίστοιχο άλμα στην εξουσία και τη μορφή λήψης.

Το σύμπαν των δεκτών, οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι των πραγματικών ανθρώπων φτιαγμένων από σάρκα, εύθραυστα και αισθησιακά όργανα, δεν έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις ίδιες προδιαγραφές του συστήματος των ψηφιακών πομπών. Το λειτουργικό παράδειγμα του σύμπαντος των πομπών δεν αντιστοιχεί στο λειτουργικό παράδειγμα του σύμπαντος των δεκτών. Αυτή η ασυμμετρία εκδηλώνεται με διάφορες παθολογικές επιπτώσεις: μόνιμη ηλεκτροπληξία, πανικό, υπερβολική διέγερση, υπερ-κινητικότητα, διαταραχές της προσοχής, δυσλεξία, υπερφόρτωση πληροφοριών και κορεσμό των κυκλωμάτων λήψης.

Στην προέλευση αυτού του κορεσμού, υπάρχει μια πραγματική και σωστή παραμόρφωση των μορφών. Η μορφή του σύμπαντος των πομπών έχει εξελιχθεί, πολλαπλασιάζοντας τις δυνάμεις της, ενώ η μορφή του σύμπαντος των δεκτών δεν είναι σε θέση να εξελιχθεί με τόσο γρήγορο τρόπο, για τον απλούστατο λόγο ότι βασίζεται σε μία οργανική υποστήριξη (ο ανθρώπινος εγκέφαλος-σώμα) που έχει εξελικτικούς χρόνους εντελώς διαφορετικούς από τους εξελικτικούς χρόνους των μηχανών.

Αυτό που καθορίζεται θα μπορούσε να οριστεί ως μια παραδειγματική απόκλιση, ένα σχίσμα μεταξύ του παραδείγματος που μοντελοποιεί το σύμπαν των πομπών και του παραδείγματος που μοντελοποιεί το σύμπαν των δεκτών. Σε μια κατάσταση όπως αυτή, η επικοινωνία γίνεται μία ασύμμετρη διαταραγμένη διαδικασία. Θα μπορούσαμε να μιλάμε από αυτή την άποψη για μία απόκλιση ανάμεσα στον κυβερνοχώρο σε απεριόριστη και συνεχή επέκταση και στον κυβερνοχρόνο. Ο κυβερνοχώρος είναι ένα δίκτυο που περιλαμβάνει μηχανικά και οργανικά συστατικά των οποίων η επεξεργαστική ισχύς μπορεί να επιταχυνθεί, χωρίς όρια, ενώ ο κυβερνοχρόνος είναι ουσιαστικά μία ζώσα πραγματικότητα, συνδεόμενη σε μια οργανική υποστήριξη (το ανθρώπινο σώμα και τον εγκέφαλο), των οποίων ο χρόνος διαδικασιοποίησης δεν μπορεί να επιταχυνθεί πέρα από τα σχετικά άκαμπτα φυσικά όρια.

Από τη στιγμή που, το 1977, ο Paul Virilio έγραψε το βιβλίο Speed and Politics , υποστήριξε ότι η ταχύτητα είναι ο αποφασιστικός παράγοντας στη νεωτερική ιστορία. Είναι χάρη στην ταχύτητα, ισχυρίζεται ο Virilio, που οι πόλεμοι κερδίζονται, τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι εμπορικοί. Σε πολλά από τα γραπτά του, ο Virilio δείχνει ότι η ταχύτητα των κινήσεων, των μεταφορών, της κίνησης των μηχανών επέτρεψε στρατούς να κερδίσουν πολέμους κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Από τότε, έχει γίνει δυνατή η υποκατάσταση των αντικειμένων, των αγαθών και των ανθρώπων με σημεία. Με τα δυνητικά, ηλεκτρονικά μεταβιβάσιμα φαντάσματα, τα εμπόδια της ταχύτητας έχουν σπάσει και η πιο εντυπωσιακή διαδικασία της επιτάχυνσης που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρώπινη ιστορία έχει εκραγεί. Με μια ορισμένη έννοια μπορούμε να πούμε ότι ο χώρος δεν υπάρχει πλέον, δεδομένου ότι οι πληροφορίες μπορούν να τον διασχίζουν άμεσα και τα γεγονότα μπορούν να μεταφερθούν σε πραγματικό χρόνο από το ένα μέρος στο άλλο στον πλανήτη, για να γίνουν σχεδόν κοινά γεγονότα. Αλλά ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της επιτάχυνσης στον ανθρώπινο νου, και το ανθρώπινο σώμα; Για να το κατανοήσουμε πρέπει να κάνουμε αναφορά στην ικανότητα της συνειδητής επεξεργασίας, στην ικανότητα για συναισθηματική αφομοίωση των σημείων και των γεγονότων από την πλευρά του συνειδητού και αισθητικού οργανισμού.

Η επιτάχυνση της ανταλλαγής πληροφοριών έχει παραγάγει και παράγει ένα αποτέλεσμα παθολογικού τύπου στον ατομικό ανθρώπινο νου και ακόμα περισσότερο στον συλλογικό νου. Τα άτομα δεν είναι σε θέση να επεξεργαστούν συνειδητά την απέραντη και πάντα αυξανόμενη μάζα της πληροφορίας που εισέρχεται στους υπολογιστές τους, τα κινητά τηλέφωνα τους, τις τηλεοπτικές οθόνες τους, τα ηλεκτρονικά ημερολόγια τους και τα κεφάλια τους. Ωστόσο, φαίνεται απαραίτητο να ακολουθούν, να αναγνωρίζουν, να αξιολογούν, να επεξεργάζονται όλες αυτές τις πληροφορίες, αν θέλετε να είναι αποτελεσματικοί, ανταγωνιστικοί, νικηφόροι. Η πρακτική της πολυ-εργασίας [multitasking], το άνοιγμα ενός παραθύρου υπερκείμενης προσοχής, το πέρασμα από το ένα πλαίσιο στο άλλο για την πολύπλοκη αξιολόγηση των διαδικασιών, τείνει να παραμορφώνει τη διαδοχική τροπικότητα της ψυχικής επεξεργασίας. Σύμφωνα με τον Christian Marazzi, ο οποίος έχει ασχοληθεί σε διάφορα βιβλία με τις σχέσεις μεταξύ των οικονομικών, τη γλώσσα και τη συναισθηματικότητα, η τελευταία γενιά των οικονομικών χειριστών επηρεάζεται από μια πραγματική και κατάλληλη μορφή δυσλεξίας, ανίκανοι να διαβάσουν μια σελίδα από την αρχή ως το τέλος σύμφωνα με τις διαδικασίες διαδοχής, ανίκανοι να διατηρήσουν συγκεντρωμένη την προσοχή για το ίδιο αντικείμενο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και η δυσλεξία εξαπλώνεται σε γνωστικές και κοινωνικές συμπεριφορές, με αποτέλεσμα να καταστεί η επιδίωξη των γραμμικών στρατηγικών σχεδόν αδύνατη.

Μερικοί, όπως οι Davenport και Beck, μιλούν για μια οικονομία της προσοχής. Αλλά όταν μια γνωστική ικανότητα εισέρχεται και γίνεται μέρος του οικονομικού λόγου αυτό σημαίνει ότι έχει γίνει ένας σπάνιος πόρος. Ο αναγκαίος χρόνος για την απόδοση προσοχής στις ροές της πληροφορίας στις οποίες είμαστε εκτεθειμένοι και οι οποίες πρέπει να αξιολογούνται, προκειμένου να είναι σε θέση να λαμβάνουμε αποφάσεις απουσιάζει. Το αποτέλεσμα είναι μπροστά στα μάτια μας: οι πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις δεν ανταποκρίνονται σε ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό ορθολογισμό και απλά ακολουθούν τα άμεσα συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, είμαστε πάντα λιγότερο διαθέσιμοι να δώσουμε την προσοχή μας προς τους άλλους αδικαιολόγητα.

Δεν έχουμε πλέον το χρόνο προσοχής για αγάπη, τρυφερότητα, τη φύση, την ευχαρίστηση και τη συμπόνια. Η προσοχή μας είναι ακόμη πιο πολιορκημένη και επομένως την έχουμε αναθέσει μόνο στην καριέρα μας, στον ανταγωνισμό και στις οικονομικές αποφάσεις. Και σε κάθε περίπτωση η προσωρινότητα (temporality) μας δεν μπορεί να ακολουθήσει την τρελή ταχύτητα της υπεροπολύπλοκης ψηφιακής μηχανής. Τα ανθρώπινα όντα έχουν την τάση να γίνουν οι αδίστακτοι εκτελεστές των αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς προσοχή.

Το σύμπαν των πομπών, ή του κυβερνοχώρου, τώρα προχωρά με υπεράνθρωπη ταχύτητα και γίνεται αμετάφραστο για το σύμπαν των δεκτών, ή ο κυβερνοχρόνος, δεν μπορεί να πάει πιο γρήγορα από ό, τι επιτρέπεται από το φυσικό υλικό από το οποίο ο εγκέφαλός μας φτιάχνεται, την βραδύτητα του σώματός μας, την ανάγκη για χάδια και αγάπη. Έτσι, ανοίγει ένα παθολογικό χάσμα και η ψυχική ασθένεια εξαπλώνεται, όπως μαρτυρούν τα στατιστικά στοιχεία και πάνω απ όλα η καθημερινή εμπειρία μας. Και όπως ακριβώς διαχέεται η παθολογία, το ίδιο ισχύει για τα ναρκωτικά. Η ανθηρή βιομηχανία των ψυχοφαρμάκων χτυπά ρεκόρ κάθε χρόνο, ο αριθμός των πακέτων του Ritalin, του Prozac, του Zoloft και άλλων ψυχοτρόπων που πωλούνται στα φαρμακεία υνεχώς αυξάνει, ενώ η διάσπαση (dissociation), η ταλαιπωρία, η απελπισία, ο τρόμος, η επιθυμία να μην υπάρχω, να μην πρέπει να αγωνίζομαι συνέχεια, να εξαφανιστώ μεγαλώνει μαζί με τη θέληση να σκοτώσει και να σκοτώσω τον εαυτό του.

Όταν, προς το τέλος της δεκαετίας του 1970, επιβλήθηκε η επιτάχυνση των παραγωγικών και επικοινωνιακών ρυθμών στα δυτικά μητροπολιτικά κέντρα, μια γιγαντιαία επιδημία του εθισμού στα ναρκωτικά έκανε την εμφάνισή της. Ο κόσμος έφευγε από την ανθρώπινη εποχή του για να εισέλθει στην εποχή της μηχανικής μετανθρώπινης επιτάχυνσης: πολλοί ευαίσθητοι οργανισμοί της ανθρώπινης ποικιλίας άρχισαν να ρουφάν κοκαΐνη, μια ουσία που επιτρέπει την επιτάχυνση του υπαρξιακού ρυθμού, οδηγώντας στο μετασχηματισμό του εαυτού σε μια μηχανή. Πολλοί άλλοι ευαίσθητοι οργανισμοί του ανθρώπινου είδους έκαναν ηρωίνη στις φλέβες τους, μια ουσία που απενεργοποιεί τη σχέση με την ταχύτητα της περιβάλλουσας ατμόσφαιρας. Η επιδημία των σκονών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και τη δεκαετία του 1980 παρήγαγε μια υπαρξιακή και πολιτιστική καταστροφή με την οποία ακόμα δεν έχουμε συμφιλιωθεί. Στη συνέχεια, τα παράνομα ναρκωτικά, αντικαταστάθηκαν από αυτές τις νόμιμες ουσίες που η φαρμακευτική βιομηχανία διέθετε στη λευκή ποδιά (white coat) για τα θύματα της και αυτή ήταν η εποχή των αντικαταθλιπτικών, των ευφορικών και των ρυθμιστών της διάθεσης.

Σήμερα η ψυχοπάθεια αποκαλύπτεται όλο και πιο καθαρά ως κοινωνική επιδημία και, πιο συγκεκριμένα, μια κοινωνικο-επικοινωνιακή επιδημία. Αν θέλετε να επιβιώσετε θα πρέπει να είστε ανταγωνιστικοί και, αν θέλετε να είστε ανταγωνιστικοί πρέπει να είστε συνδεδεμένοι, να λαμβάνετε και να επεξεργάζεστε συνεχώς μια τεράστια και αυξανόμενη μάζα δεδομένων. Αυτό προκαλεί ένα σταθερό άγχος προσοχής, μία μείωση του διαθέσιμου χρόνου για συναισθηματικότητα. Αυτές οι δύο τάσεις, άρρηκτα συνδεδεμένες προκαλούν μία επίδραση καταστροφής στην ατομική ψυχή: κατάθλιψη, πανικό, άγχος, αίσθημα της μοναξιάς και υπαρξιακή δυστυχία. Αλλά αυτά τα ατομικά συμπτώματα δεν μπορούν να απομονωθούν επ ‘αόριστον, όπως έχει κάνει μέχρι τώρα η ψυχοπαθολογία και όπως η οικονομική εξουσία επιθυμεί να κάνει. Δεν είναι δυνατόν να πει: “Είσαι εξαντλημένος, πήγαινε και κάνε διακοπές στο Club Med, πάρε ένα χάπι, κάνε μια θεραπεία, φύγε στο διάολο, ανάρρωσε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, σκότωσε τον εαυτό σου.” Δεν είναι πλέον δυνατόν, για τον απλό λόγο ότι δεν είναι πλέον θέμα μια μικρής μειοψηφίας τρελών ή ενός μικρού μέρους καταθλιπτικών ατόμων. Αφορά μια αυξανόμενη μάζα υπαρξιακής δυστυχίας που τείνει πάντα περισσότερο να εκραγεί στο κέντρο του κοινωνικού συστήματος. Εκτός αυτού, είναι αναγκαίο να εξεταστεί ένα αποφασιστικό γεγονός: κατά το χρόνο που το κεφάλαιο απαιτούσε να απορροφήσει τη φυσική ενέργεια από τους εκμεταλλευόμενους και από τους σκλάβους του, η ψυχοπαθολογία θα μπορούσε να είναι σχετικά στο περιθώριο. Ο ψυχικός πόνος σας δεν απασχολούσε πολύ το κεφάλαιο, όταν έπρεπε απλά να εισάγετε τις βίδες και να χειρίζεστε έναν τόρνο. Θα μπορούσατε να είστε τόσο λυπημένοι όσο μία μοναχική μύγα σε ένα μπουκάλι, αλλά η παραγωγικότητά σας επηρεαζόταν ελάχιστα, επειδή οι μύες σας θα μπορούσαν να εξακολουθούν να λειτουργούν. Σήμερα το κεφάλαιο χρειάζεται διανοητικές ενέργειες, ψυχικές ενέργειες. Και αυτές είναι ακριβώς οι ικανότητες που μπορούν να γαμηθούν. Είναι εξαιτίας αυτού που η ψυχοπαθολογία εκρήγνυται στο κέντρο της κοινωνικής σκηνής. Η οικονομική κρίση εξαρτάται ως επί το πλείστον από την κυκλοφορία της θλίψης, της κατάθλιψης, του πανικού και την έλλειψη κινήτρων. Η κρίση της νέας οικονομίας προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κρίση των κινήτρων, από την πτώση της τεχνητής ευφορία της δεκαετίας του 1990. Αυτό έχει οδηγήσει στα αποτελέσματα της αποεπένδυσης και εν μέρει ακόμη και σε μείωση της κατανάλωσης. Σε γενικές γραμμές, η δυστυχία λειτουργεί ως ερέθισμα για να καταναλώνουν: η αγορά είναι η αναστολή του άγχους, ένα αντίδοτο στη μοναξιά, αλλά μόνο μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Πέρα από αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το να υποφέρεις γίνεται ένα αντικίνητρο για την αγορά. Υπάρχει επομένως μια επεξεργασία των αντιφατικών στρατηγικών.

Οι κυρίαρχοι του κόσμου σίγουρα δεν θέλουν η ανθρωπότητα να είναι σε θέση να είναι ευτυχισμένη, γιατί μια ευτυχισμένη ανθρωπότητα δεν θα αφεθεί μόνη της να εμπλακεί στην παραγωγικότητα, στην πειθαρχία μέσω της εργασίας ή στις υπεραγορές. Εντούτοις, δοκιμάζουν χρήσιμες τεχνικές για να κάνουν τη δυστυχία μέτρια και ανεκτή, για την αναβολή ή την αποτροπή της έκρηξης αυτοκτονίας, για την παρακίνηση της κατανάλωσης.

Ποιες στρατηγικές ο συλλογικός οργανισμός θα ακολουθήσει για να ξεφύγει αυτό το ύφασμα της δυστυχίας; Είναι μια στρατηγική της επιβράδυνσης, της μείωσης της πολυπλοκότητας πιθανή και ικανή να υποτεθεί; Εγώ δεν το πιστεύω. Στην ανθρώπινη κοινωνία, οι δυνατότητες δεν μπορούν να ακυρωθούν οριστικά, ακόμη και όταν αποκαλύπτονται ότι είναι θανατηφόρες για το άτομο και ίσως ακόμα για το είδος. Αυτές οι δυνατότητες γίνονται ρυθμίσιμες και διατηρούνται υπό έλεγχο για όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά στο τέλος αναπόφευκτα χρησιμοποιούνται όπως συνέβη (και θα συμβεί ξανά) με την ατομική βόμβα. Μια στρατηγική της αναβάθμισης του ανθρώπινου οργανισμού είναι δυνατή – της μηχανικής προσαρμογής του ανθρώπινου σώματος και του εγκεφάλου σε μια υπερταχύτατη πληροφοριακή σφαίρα. Αυτή είναι η στρατηγική που χρησιμοποιείται για να καθορίσει τη θέση του μετα-ανθρώπου. Τέλος μια στρατηγική της αφαίρεσης είναι δυνατή, της αποστασιοποίησης από τη δίνη, αλλά αυτό είναι το είδος στρατηγικής που μόνο μικρές κοινότητες μπορούν να ακολουθήσουν, συντάσσοντας σφαίρες υπαρξιακής, οικονομικής, πληροφορικής αυτονομίας σε σχέση με τον οικονομικό κόσμο.

Πανικός πόλεμος και σημειο-κεφάλαιο

Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται επαναδιαμορφωμένη στο σκοτεινό φως του παγκόσμιου πολέμου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συλλάβουμε ξανά την αλλαγή που λαμβάνει χώρα στην κοινωνική, οικονομική και ανθρωπολογική μορφή της παγκοσμιοποίησης. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων, ο παγκόσμιος έλεγχος ήταν η γενική τεχνο-ουτοπία της καπιταλιστικής κοινωνίας και του νεωτερικού πολιτισμού. Τώρα, η εποχή του παγκόσμιου ελέγχου έληξε. Είμαστε ολοκληρωτικά εκτός αυτού του πλαισίου σήμερα. Το νέο πλαίσιο διακυβέρνησης του καπιταλισμού είναι ο παγκόσμιος πανικός. Αν θέλουμε να καταλάβουμε αυτό τον πανικό σημαίνει ότι πρέπει να μιλήσουμε για την οικονομία προσοχής και για την “ψηφιακή εργασία”. Εκεί βρίσκεται η πηγή του σύγχρονου πανικού: στην οργάνωση του χρόνου στην ψηφιακή σφαίρα, στη σχέση μεταξύ κυβερνοχώρου και κυβερνοχρόνου.

Τι είναι ο πανικός; Μας λένε ότι οι ψυχίατροι έχουν ανακαλύψει πρόσφατα και κατονομάσει ένα νέο είδος διαταραχής – το αποκαλούν σύνδρομο πανικού. Φαίνεται ότι είναι κάτι αρκετά πρόσφατο στην ψυχολογική αυτό-αντίληψη των ανθρώπινων όντων. Αλλά τι σημαίνει πανικός;

Κάποτε, ο πανικός συνηθιζόταν να είναι μια ωραία λέξη και αυτή είναι η έννοια με την οποία ο Αμερικανο-Ελβετός ψυχαναλυτής James Hillman τη θυμάται στο βιβλίο του για τον Πάνα. Ο Πάνας συνηθιζόταν να είναι ο θεός της φύσης, ο θεός της ολότητας. Στην ελληνική μυθολογία, ο Πάνας ήταν το σύμβολο της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.

Η φύση είναι η συντριπτική ροή της πραγματικότητας, των πραγμάτων και της πληροφορίας που μας περιβάλλουν. Η νεωτερική κουλτούρα βασίζεται στην ιδέα της ανθρώπινης κυριαρχίας, της εξημέρωσης της φύσης. Έτσι το αρχικό συναίσθημα πανικού, που ήταν κάτι καλό για τον αρχαίο κόσμο, γίνεται ολοένα και περισσότερο τρομακτικό και καταστρεπτικό. Σήμερα, ο πανικός έχει γίνει μια μορφή ψυχοπαθολογίας. Μπορούμε να μιλήσουμε για τον πανικό όταν βλέπουμε έναν συνειδητό οργανισμό (ατομικό ή κοινωνικό) που συντρίβεται από την ταχύτητα των διαδικασιών με τις οποίες αυτός/αυτή ασχολείται, και δεν έχει χρόνο να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που εισάγονται. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο οργανισμός, ξαφνικά, δεν είναι πλέον σε θέση να επεξεργαστεί την καθαρή ποσότητα της πληροφορίας που έρχεται στο γνωστικό πεδίο του ή ακόμα και αυτή που παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό.

Οι τεχνολογικές μεταμορφώσεις έχουν εκτοπίσει το επίκεντρο από τη σφαίρα της παραγωγής των υλικών αγαθών προς τη σφαίρα των σημειωτικών αγαθών: την πληροφοριακή- σφαίρα. Με αυτό, το σημειολογικό κεφάλαιο γίνεται η γενική μορφή της οικονομίας. Η επιταχυνόμενη δημιουργία υπεραξίας εξαρτάται από την επιτάχυνση της πληροφοριακής-σφαίρας. Η ψηφιοποίηση της πληροφοριακής-σφαίρας ανοίγει το δρόμο σε αυτό το είδος της επιτάχυνσης. Σημεία παράγονται και κυκλοφορούν σε μια αυξανόμενη ταχύτητα αλλά το ανθρώπινο τερματικό του συστήματος (το ενσωματωμένο μυαλό), τοποθετείται κάτω από αυξανόμενη πίεση, και τελικά ραγίζει. Νομίζω ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση έχει να κάνει με αυτή την ανισορροπία στο πεδίο της σημειολογικής-παραγωγής και στο πεδίο της σημειολογικής-ζήτησης. Αυτή η ανισορροπία στη σχέση μεταξύ της προσφοράς των σημειωτικών αγαθών και του κοινωνικά διαθέσιμου χρόνου προσοχής είναι ο πυρήνας της οικονομικής κρίσης καθώς και ο πυρήνας της διανοητικής και της πολιτικής κρίσης που τώρα ζούμε μέσα της

Μπορούμε να περιγράψουμε αυτή την κατάσταση όσον αφορά τη σχέση μεταξύ κυβερνοχώρου και κυβερνοχρόνου. Ο κυβερνοχώρος είναι η άπειρη παραγωγικότητα της συλλογικής νοημοσύνης σε μία δικτυωμένη διάσταση. Η δραστικότητα της Γενικής Διάνοιας (General Intellect) είναι πάρα πολύ βελτιωμένη όταν ένας τεράστιος αριθμός σημείων εισάγεται σε συνδέσεις μεταξύ τους χάρη στο τηλεματικό δίκτυο. Κατά συνέπεια, η πληροφοριακή-παραγωγή είναι σε θέση να δημιουργήσει μία άπειρη προσφορά διανοητικών και πνευματικών αγαθών. Αλλά ενώ ο κυβερνοχώρος είναι εννοιολογικά άπειρος, ο κυβερνοχρόνος δεν είναι άπειρος καθόλου. Καλώ κυβερνοχρόνο την ικανότητα του συνειδητού οργανισμού να επεξεργάζεται πραγματικά (κυβερνο-χωρικά) την πληροφορία. Αυτή η δυνατότητα δεν μπορεί να επεκταθεί επ’ άπειρον, επειδή έχει όρια που είναι σωματικά, συναισθηματικά, και συγκινησιακά. Η αντίφαση μεταξύ της άπειρης επέκτασης του κυβερνοχώρου και της περιορισμένης ικανότητας της επεξεργασίας του κυβερνοχρόνου είναι η πηγή του σύγχρονου χάους.

Οι Ντελέζ και Γκουαταρί μιλούν για το χάος στο “Τι είναι φιλοσοφία;”. Λένε ότι το το χάος εμφανίζεται όταν ο κόσμος πηγαίνει πάρα πολύ γρήγορα για τον εγκέφαλό σας. Αυτό είναι το χάος.

Θα μπορούσαμε να ανακαλέσουμε ότι ο Καρλ Μαρξ είχε κάποτε εκφράσει την έννοια της κρίσης υπερπαραγωγής. Έχετε μια κρίση υπερπαραγωγής, όταν οι μηχανές και η εργασία των εργαζομένων παράγουν μία ποσότητα εμπορευμάτων, που η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας του βιομηχανικού συστήματος, η κρίση υπερπαραγωγής ήταν περιοδική και ο καπιταλισμός ωθήθηκε να καταστρέψει τα εμπορεύματα, να καταστρέψει την παραγωγική ικανότητα, καθώς επίσης να καταστρέψει ανθρώπινες ζωές, προκειμένου να ξεπεραστεί αυτό το είδος των οικονομικών κρίσεων.

Τι πρόκειται να συμβεί τώρα; Θα πρέπει να δούμε μια σχέση μεταξύ αυτής τη μεγάλης ανισορροπίας και του πόλεμου που μαίνεται και επισκιάζει τον ορίζοντα του κόσμου; Ας πάμε πίσω στην έννοια του πανικού.

Το σημειολογικό- κεφάλαιο είναι σε μια κρίση υπερπαραγωγής, αλλά η μορφή αυτής της κρίσης δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και ψυχοπαθολογική. Το σημειολογικό-κεφάλαιο, στην πραγματικότητα, δεν είναι η παραγωγή υλικών αγαθών, αλλά η παραγωγή ψυχικής διέγερσης. Το διανοητικό περιβάλλον είναι κορεσμένο από σημεία που δημιουργούν ένα είδος συνεχούς διέγερσης, μια μόνιμη ηλεκτροπληξία, η οποία οδηγεί τόσο τον ατομικό όσο και τον συλλογικό νου σε μια κατάσταση κατάρρευσης.

Το πρόβλημα του πανικού γενικά συνδέεται με τη διαχείριση του χρόνου. Αλλά μπορούμε να δούμε επίσης και μία χωρική πλευρά στον πανικό. Κατά τη διάρκεια των περασμένων αιώνων, η οικοδόμηση του σύγχρονου αστεακού περιβάλλοντος συνήθως εξαρτιόταν από το ορθολογικό σχέδιο της πολιτικής πόλης. Η οικονομική δικτατορία των τελευταίων δεκαετιών έχει επιταχύνει την αστεακή επέκταση. Η αλληλεπίδραση μεταξύ κυβερνο-χωρικής εξάπλωσης και αστεακού φυσικού περιβάλλοντος έχει καταστρέψει την ορθολογική οργάνωση του χώρου.

Στη διασταύρωση της πληροφορίας και του αστεακού χώρου βλέπουμε τον πολλαπλασιασμό μιας χαοτικής εξάπλωσης χωρίς κανόνα, κανένα σχέδιο, που υπαγορεύεται από την αποκλειστική λογική του οικονομικού συμφέροντος. Ο αστεακός πανικός προκαλείται από την αντίληψη αυτής της εξάπλωσης και αυτού του πολλαπλασιασμού της μητροπολιτικής εμπειρίας· τον πολλαπλασιασμό των χωρικών γραμμών της φυγής. Η μητρόπολη είναι μια επιφάνεια της πολυπλοκότητας στην εδαφική περιοχή. Ο κοινωνικός οργανισμός δεν είναι ικανός να επεξεργαστεί τη συντριπτικά σύνθετη εμπειρία του μητροπολιτικού χάους. Ο πολλαπλασιασμός των γραμμών επικοινωνίας έχει δημιουργήσει ένα νέο είδος χαοτικής αντίληψης.

Στην βιβλίο τους Attention Economy , οι Davenport και Bleick λένε ότι το κεντρικό πρόβλημα του γνωστικού εργαζόμενου και γενικά των ανθρώπων που ζουν σε υπερ-κορεσμένα πληροφοριακά περιβάλλοντα, είναι το εξής: δεν έχουμε περισσότερο χρόνο για προσοχή, δεν είμαστε πλέον σε θέση να κατανοήσουμε και να επεξεργαστούμε την πληροφοριακή εισροή επειδή ο χρόνος μας είναι κορεσμένος από μια ροή υπερ-πληροφόρησης. Δεν έχουμε χρόνο για προσοχή στο χώρο εργασίας. Αναγκαζόμαστε να επεξεργαζόμαστε πολύ μεγάλο όγκο πληροφορίας και το σώμα-νου μας καταβάλλεται από αυτή. Και επιπλέον, δεν έχουμε χρόνο για στοργή, για επικοινωνία, για ερωτικές σχέσεις. Δεν έχουμε πλέον χρόνο για αυτό το χωρικό είδος της προσοχής που σημαίνει προσοχή στο σώμα – στο σώμα μας, στο σώμα του άλλου. Έτσι, όλο και περισσότερο, αισθανόμαστε ότι έχει τελειώσει ο χρόνος· ότι πρέπει να επιταχύνουμε. Και αισθανόμαστε ταυτόχρονα ότι αυτή η επιτάχυνση οδηγεί σε απώλεια της ζωής, της απόλαυσης και της κατανόησης.

Αυτή η κατάρρευση στη σχέση ανάμεσα στον κυβερνοχώρο και τον κυβερνοχρόνο μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως το ειδικό χαρακτηριστικό της σημερινής πολιτικής κατάστασης. Ο κόσμος σπεύδει σε ένα παγκόσμιο πόλεμο των οποίων οι λόγοι δεν είναι σαφείς, των οποίων τα όρια δεν είναι γνωστά. Κάποιοι μιλάνε για ένα μακροχρόνιο πόλεμο, ενδεχομένως έναν ατελείωτο πόλεμο. Ανοησίες; Ναι, ανοησίες. Αλλά αυτός ο ανόητος πόλεμος είναι το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα του συνδρόμου πανικού.

Ο Κόλιν Πάουελ, μερικές ημέρες μετά την 9/11, μίλησε για τις φήμες ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών είχαν λάβει κάποιες πληροφορίες σχετικά με τους βομβαρδισμούς και τις πειρατείες των αεροπλάνων πριν την 11η Σεπτεμβρίου. “Ναι, είναι αλήθεια”, είπε, “Ναι, είναι αλήθεια, έχουμε λάβει πληροφορίες για κάτι τέτοιο, έχουμε λάβει πληροφορίες για βομβιστικές επιθέσεις και ούτω καθεξής. Αλλά εμείς πάντα λαμβάνουμε πολλές πληροφορίες που δεν είμαστε σε θέση να επεξεργαζόμαστε ή ακόμα και να δούμε. Εμείς είχαμε πάρα πολλές από αυτές, αυτό είναι το πρόβλημα. Έχουμε πάρα πολλές πληροφορίες.”

Αυτή ακριβώς είναι η επίδραση του πληροφοριακού-κορεσμού, η οποία είναι η συνέπεια της απεριόριστης επέκτασης του κυβερνοχώρου. Από τη μία πλευρά, ο πόλεμος είναι ένας τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο ασχολείται με τα οικονομικά προβλήματα της υπερπαραγωγής, των επενδύσεων σε όπλα και εργαλεία για την ασφάλεια, την ασφάλεια και την ασφάλεια. Από την άλλη πλευρά, ο πόλεμος γίνεται αναπόφευκτος από τη διανοητική σύγχυση της άρχουσας τάξης. Δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, επειδή η πραγματικότητα έχει γίνει πάρα πολύ περίπλοκη και πολύ επιθετική. Έτσι αντιδρούν με ένα στοιχειώδη τρόπο. Η άρχουσα τάξη του κόσμου είναι συγκλονισμένη από την ίδια την πολυπλοκότητα του κόσμου που έχει χτίσει για τον εαυτό της.

Splatterkapitalismus. Το εγκληματικό πρόσωπο του σύγχρονου καπιταλισμού.

Ο θρύλος λέει ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο νεαρός Romano Alquati περιπλανήθηκε με ένα φανταχτερό σκούτερ κατά μήκος των δρόμων του Piedmont – καθαρός αέρας, ήρεμος ορίζοντας και χιονισμένο βουνό – που περιβάλλει την Ivrea και την Olivetti [εταιρεία]. “Η εργατική δύναμη και η ταξική σύνθεση της Olivetti στην Ivrea” γράφτηκε εκεί. Κατά τη γνώμη μου αυτό το δοκίμιο είχε τη μεγαλύτερη επίδραση για την κατανόηση του ύστερου βιομηχανικού καπιταλισμού και τη νέα εργατική τάξη, που ήταν έτοιμη να ανατρέψει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, την κοινωνία, την πολιτική και την κουλτούρα.

Στο ζοφερό ορίζοντα μίας υπαίθρου σε αποσύνθεση, μέσα στη δηλητηριώδη δυσωδία των σκουπιδότοπων, οδηγώντας ένα σκούτερ, είναι ο Roberto Saviano, κυριαρχούμενος από την ένταση και τον πόνο στην αντηλιά που ατένισα στο οπισθόφυλλο του πρώτου βιβλίου του Κaμμόρα (Gommora) (2006). To Κaμμόρα (Gomorra) είναι το πρώτο βιβλίο που αφηγείται χωρίς ιδεολογική καθησυχαστική μυθοπλασία, την κοινωνική και πολιτισμική σύνθεση του σύγχρονου παγκόσμιου κεφαλαίου. To Σκούτερ του Saviano οδηγείται κατά μήκος των τεχνητών λόφων των σκουπιδότοπων και μέσω των στενών δρόμων της Secondigliano, από όπου είδε τα μεγάλα πλήθη των σκλάβων να σπάνε τις πλάτες τους πάνω από τα αμέτρητα λαθραία εργαστήρια παραγωγής, του πανταχού παρόντος εμπορεύματος που πνίγει τον πλανήτη.

Οι λίγοι άνθρωποι που αναφέρουν αυτό το βιβλίο, λένε ότι είναι ή μυθιστόρημα ή ρεπορτάζ. Κατά την άποψή μου, είναι και τα δύο, και κάτι περισσότερο: προσπαθεί να παρουσιάσει μια συστηματική ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού, της πραγματικής φύσης του, και των παγκόσμιων, των αποεδαφικοποιημένων και δικτυακών λειτουργιών του. Είναι μια προσπάθεια να αναλυθεί συστηματικά ένα φαινόμενο που δεν είναι τίποτα άλλο από συστηματικό, μια ανάλυση ενός συστήματος που πλέον δεν ακολουθεί κανόνες, και βασίζει την αποτελεσματικότητά και την παραγωγικότητα του σε αυτή την τέλεια απορρύθμιση.

Ένα τέτοιο έργο πρέπει να γίνει σε πολλούς άλλους παρόμοιους τομείς. Η περιφέρειας της Καμπανίας, πρέπει να θεωρηθεί ως το ολόγραμμα ενός πλανήτη, που η καπιταλιστική απορρύθμιση έχει παραδώσει στον έλεγχο των εγκληματικών οργανώσεων, όπως στο Μεξικό – όπου η μαφία των ναρκωτικών χρησιμοποιεί τεχνικές που μοιάζουν με της Αλ Κάιντα – ή στην Κολομβία, στο Πακιστάν, στον κόλπο της Βεγγάλης, στα Βαλκάνια, ή στη Ρωσία – όπου το PCUS, χωρίς να αλλάζει τις ιεραρχικές του δομές, έχει μετατραπεί σε ένα δίκτυο μαφίας που υπογράφει συμβάσεις αξίας δισεκατομμυρίων με τα δουλοπρεπή κεφάλια των ευρωπαϊκών εθνών, και όπου οι δολοφόνοι της KGB εξοντώνουν εξαλείφουν επιδρομείς σαν τον Yodorkhovski για να μοιραστούν τα λάφυρα των εκβιασμών με τους καλά εκπαιδευμένους διαχειριστές της ENI και της ENEL.  Ξεχάστε το Provenzano , ξεχάστε το Riina: οι Πούτιν και Μπερλουσκόνι-Πρόντι δεν χρειάζεται να στραγγαλίσουν τους ανθρώπους με τα χέρια τους· κάποιος μπορεί να το κάνει γι ‘αυτούς πριν οι πρόεδροι υπογράψουν από κοινού τη σύμβαση.

Ο Saviano περιγράφει την παραδειγματική λειτουργία του μετα-αστικού καπιταλισμού και χρησιμοποιεί αυτό το μοντέλο ανάλυσης για να ερευνήσει μια συγκεκριμένη κατάσταση που συνδέεται με χιλιάδες θέματα σε χιλιάδες παρόμοιες καταστάσεις. Ο χειρότερος τρόπος για να διαβάσετε αυτό το βιβλίο είναι βλέποντας το ως το τελευταίο Ναπολιτάνικο σκίτσο, την περιγραφή των οπισθοδρομικών και περιθωριακών εδαφών, ως ένα παράδειγμα για το υπόλοιπο της εγκληματικότητας. Οι ιταλοί πολιτικοί συνήθως μιλούν για το Νότο ως υποσάρκωμα, αλλά αυτό είναι ένα ψέμα. Ένα υποσάρκωμα είναι κάτι που βγαίνει από ένα υγιές σώμα· εδώ δεν υπάρχει υγιές σώμα. Το σύστημα που περιγράφεται από τον Saviano είναι το σώμα, όπως φαίνεται από την υπόθεση Tronchetti-Provera, το τελευταίο από το είδος των γενναίων καπετάνιων στους οποίους η κεντροαριστερή κυβέρνηση δώρησε τη δημόσια εταιρεία Telecom, έτσι ώστε αυτοί οι άλλοι γενναίοι καπετάνιοι θα μπορούσαν να την κουρέψουν και στη συνέχεια να την πουλήσουν στον καλύτερο αγοραστή, σαν να ήταν δική τους, ενώ είναι δική μας. Δηλαδή τα δικά μας δικά τους. Αυτός είναι ο μετα-αστικός απορρυθμισμένος καπιταλισμός, όπου οι δολοφόνοι δεν είναι μόνο ένα υποσάρκωμα αλλά ολόκληρο το σώμα.

Ο Saviano μας δείχνει ότι στην Καμπανία, η προηγμένη μορφή του κύκλου της παραγωγής του παγκόσμιου καπιταλισμού εκδηλώνεται ως μια τάση προς τα εκεί, που η όλη διαδικασία παραγωγής είναι σε εξέλιξη. Οι θεσμικοί bonzes του ιταλικού κράτους υποσχέθηκαν να λάβουν δράση κατά της εγκληματικότητας μέσα από την οικονομική ανάπτυξη του Νότου, αλλά η εγκληματικότητα είναι η οικονομική ανάπτυξη, γιατί η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι πλέον τίποτα άλλο από την εγκληματικότητα.

Η Επιχείρηση

Η αποδοτικότητα είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό όλων των επιχειρηματικών πράξεων, είτε πρόκειται για τη διανομή εμπορευμάτων μέσω των εκατοντάδων παραταγμένων βαρέων φορτηγών οχημάτων ή την τήξη δύο πτωμάτων με οξύ.

Εμείς διατάξαμε την αγορά εκατό λίτρων υδροχλωρικού οξέος, χρειαζόμασταν μεταλλικά δοχεία διακοσίων λίτρων, που χρησιμοποιούνται κανονικά για τη διατήρηση της βενζίνης και είναι ανοιχτά στην κορυφή. Σύμφωνα με την εμπειρία μας κάθε δοχείο για να γεμίσει χρειαζόταν πενήντα λίτρα οξύ και όπως σχεδιάσαμε να καταστείλουμε δύο άτομα, είχαμε δύο βαρέλια έτοιμα (2006:63).

Πολλά ζητήματα της αποδοτικότητας αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο: μόνο η αποδοτικότητα αποφασίζει για την οικονομική επιτυχία της επιχείρησης.

Το σύνθημα είναι laissez fair, laissez-passer. Η θεωρία είναι ότι η αγορά ρυθμίζεται η ίδια. Έτσι σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα οποιοσδήποτε θελήσει να στήσει ένα μικρό εμπόριο με τους φίλους, οποιοσδήποτε θέλει να αγοράσει για δεκαπέντε και να πουλήσει για εκατό για να παρέχει διακοπές, ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα ή εξοφλήσεις υποθηκών, προσελκύονται στο Secondigliano. Η απόλυτη απελευθέρωση του εμπορίου των ναρκωτικών οδηγεί σε μια τεράστια πτώση της τιμής (2006: 78).

Παρά την επίφαση της χαοτικής περιπλάνησης μέσα από τους δαιδαλώδεις στενούς δρόμους και τα χωριά, τις αποθήκες και τις έρημες παραλίες, το βιβλίο αναπλάθει μερικούς από τους κύκλους τους εμπορεύματος στους οποίους βασίζεται το σύστημα

Η λέξη “Κaμμόρα” δεν υπάρχει· είναι αστυνομική λέξη που χρησιμοποιείται από τους δικαστές και τους δημοσιογράφους. Κάνει τις θυγατρικές να χαμογελούν, είναι ένας όρος των ειδικών, εξορισμένη στην ιστορία. Η λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα μέλη των φατριών (clan) είναι Σύστημα: ανήκουν στο σύστημα του Secondigliano. Είναι ένας εύγλωττος όρος, που αναφέρεται σε ένα μηχανισμό και όχι μια δομή. Η οργανωμένη εγκληματικότητα συμπίπτει άμεσα με την οικονομία, η διαλεκτική του εμπορίου είναι η ραχοκοκαλιά της φατρίας (2006: 48)

Ένας μηχανισμός και όχι μια δομή, μια συσκευή, μία μηχανική αλληλουχία ικανή να παράγει κέρδη. Τα εξαρτήματα της συσκευής μπορούν να αλλάξουν χωρίς να αλλάξουν τη λειτουργία της. Ο αφηρημένος χαρακτήρας του καπιταλισμού, της εργασίας και της επιχείρησης, είναι ένα μάθημα που έμαθαν οι εγκληματίες και τώρα βρίσκεται στο επίκεντρο του επιχειρηματικού συστήματος. Εκκαθαρίζοντας το από κάθε προσωποποιημένη ή οικογενειακή ορθότητα, χρησιμοποιεί τους ανθρώπους και τις οικογένειες για να εξυπηρετήσει έναν υψηλότερο σκοπό: τη συσσώρευση, τη μεγέθυνση και την ανάπτυξη.

Οι κύκλοι του εμπορεύματος

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, στην ιστορία του πλήθους του κόσμου των παράνομων εργαζομένων που συνδέουν τη σχεδιασμένη εργασία των ραφτών και της κληρονομιάς της τοπικής λαϊκής παράδοσης τους με την εκτελεστική εργασία των χιλιάδων εργαζόμενων διάσπαρτων σε όλο τον κόσμο, ο συγγραφέας ανασυνθέτει τον κύκλο του εμπορεύματος της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας, της μόδας και της δημιουργίας. Ο κύκλος είναι ένας από τα αληθινά ψεύδη, ή μάλλον τις ψευδείς αλήθειες, που συνδέεται σε ένα δίκτυο εμπορίου ανάλογο με εκείνο οποιασδήποτε άλλης αλυσίδας, αν και χτίστηκε πάνω στη φυσική απομάκρυνση των ανταγωνιστών. Κανείς δεν θα σας ρωτήσει ποτέ πόσους ανθρώπους έχετε στραγγαλίσει αν είστε ο διευθυντής ενός εμπορικού κέντρου που παράγει κέρδη. Και αν από μία ατυχή πιθανότητα ένας δικαστής σας ζητήσει να αντιπροσωπεύσετε μια δωδεκάδα των πτωμάτων, δεν υπάρχει πρόβλημα, η επιχείρηση δεν θα σταματήσει λόγω αυτού. Το αφεντικό θα μπορούσε να πάει στη φυλακή, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι η λειτουργία του, συνεχίζει να λειτουργεί.

Ο Saviano περιγράφει τον κύκλο των ναρκωτικών, τις μορφές οργάνωσης του εμπορίου ναρκωτικών στην περιοχή και τις οικονομικές διαστάσεις του θανάτου, καμία από τις οποίες δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την περιθωριακή δυναμική ενός γκέτο.

Μια περιοχή ικανή να παράγει τριακόσια εκατομμύρια ευρώ το έτος από τη βιομηχανία μόνο μίας οικογένειας δεν μπορεί να είναι ένα γκέτο. Μία περιοχή όπου δεκάδες φατρίες (clan) είναι λειτουργικές και τα περιθώρια κέρδους φθάνουν εκείνων της υψηλής χρηματοδότησης δεν θα μπορούσε να είναι ένα γκέτο (2006: 81).

Όταν οι υπουργοί του εμπορίου και της βιομηχανίας μιλούν για το ΑΕΠ θα πρέπει να πούμε την αλήθεια: όπως το ποσό του αίματος που χύθηκε, τα ποσοστά θανάτου, και το δηλητήριο αυξάνονται, το ίδιο αυξάνεται και το ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, το 20% του ΑΕΠ στηρίζεται στη φοροδιαφυγή: τουλάχιστον το ένα τέταρτο του πλούτου που παράγεται και ανταλλάσσεται στην Ιταλία παράγεται σε συνθήκες εγκληματικότητας. Η δολοφονία, η διάθεση των πτωμάτων, ο εκβιασμός και οι ένοπλες συμμορίες θα πρέπει να ταξινομηθούν ως αποφασιστικοί παράγοντες στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Θα πρέπει να περιλαμβάνονται τακτικά στην τήρηση βιβλίων, εάν η σημερινή κατάσταση αναγνωριστεί: εάν οι οικογένειες της Καμμόρα και της μαφίας αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν τις συναλλαγές τους, ίσως ως αποτέλεσμα της εμφάνισης του Padre Pio, η ιταλική οικονομία θα κατέρρεε.

Ο Saviano προχωρά στην ανάλυσή του για τον κύκλο του εμπορεύματος με μία σύντομη αναφορά στο εμπόριο όπλων. Αναφέρει ότι η Ιταλία δαπανά είκοσι επτά δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο για όπλα, περισσότερα από τη Ρωσία και δύο φορές περισσότερο από το Ισραήλ – τα δεδομένα συγκεντρώθηκαν από το Διεθνές Ινστιτούτο της Στοκχόλμης ως μέρος της έρευνάς τους για την ειρήνη. Μήπως οι άνθρωποι που τοποθετήθηκαν στην κυβέρνηση από την ψήφο των ειρηνιστών γνωρίζουν γι αυτό;

Ο κύκλος των όπλων είναι στενά συνδεδεμένος με τον κύκλο της εξόντωσης, στον οποίο η φιλελεύθερη καμορική οικονομία είναι φυσικά αναπόσπαστο μέρος της. Ο Saviano μετράει τρεις χιλιάδες εξακόσιες απώλειες όλα αυτά τα χρόνια, μόνο στην περιοχή της Καμμόρα.

Αυτή είναι η καρδιά της Ευρώπης· εδώ η πλειοψηφία της εθνικής οικονομίας είναι πλαστή. Οι στρατηγικές της εξόρυξης δεν είναι σημαντικές. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η βορά των κανονιών διατηρείται κολλημένη στις περιφέρειες, κλοτσημένη στα νήματα από τσιμέντο και σκουπίδια, στα παράνομα εργοστάσια και τις αποθήκες κοκαΐνης. Και κανείς δεν πρέπει να το επισημάνει αυτό, όλα οφείλουν να μοιάζουν με ένα πόλεμο συμμοριών, ένα πόλεμο μεταξύ των κουρελήδων και των στερημένων (2006: 135).

Δεν είναι ένας πόλεμος συμμοριών, είναι ο κανονικός ανταγωνισμός της αγοράς. Δεν είναι ο πόλεμος των φτωχών· είναι η παλλόμενη καρδιά της εθνικής οικονομίας

Επιχειρηματίες: αυτός είναι ο αυτο-ορισμός των Καμμοριστών της Καζέρτα, τίποτα άλλο παρά επιχειρηματίες (2006: 210).

Πώς αλλιώς πρέπει να αυτοαποκαλούνται; Η επιχείρησή τους δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη, αφήνοντας τις τυπικές λεπτομέρειες στην άκρη. Οι ρυθμίσεις κηρύχθηκαν να είναι κορδόνια και ιμάντες σε όλο τον κόσμο, για τα τελευταία τριάντα χρόνια τα εθνικά κράτη έχουν απασχοληθεί με μόνο ένα πράγμα: να άρουν όλες τις ρυθμίσεις που προλάμβαναν την ελεύθερη έκφραση του ανταγωνισμού ή την επιβράδυνση της ελεύθερης ροής εργασίας, την ατελείωτη μείωση του κόστους εργασίας.

Ανταγωνίσου

Η έννοια του ανταγωνισμού έχει αντικαταστήσει αυτό της ικανότητας.

Η ικανότητα είναι η διανοητική δεξιότητα που επέτρεψε στην αστική τάξη να πραγματοποιήσει τον σχεδιασμό της, τη διοικητική και οργανωτική λειτουργία, και να δικαιολογήσει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.

Από τότε που οι τεχνολογίες των πληροφοριών κατέστησαν δυνατή την τυποποίηση των διαδικασιών του σχεδιασμού, του συντονισμού και της διοίκησης και μόλις ενώθηκαν με το ρόλο της ιδιοκτησίας, οι διανοητικές λειτουργίες έχουν μετατραπεί σε λειτουργίες της υποταγμένης εργασίας.

Η ικανή αστική τάξη αντικαταστάθηκε από μια τάξη, που μετέτρεψε τον ανταγωνισμό στον μόνο κανόνα και ικανότητα. Ωστόσο, όταν μιλάμε για ανταγωνισμό, δεν είναι προφανές ότι ο πιο ανταγωνιστικός είναι αυτός που μπορεί να εξαλείψει τους αντιπάλους; Και όταν πρόκειται για την εξάλειψη των αντιπάλων τα πράγματα γίνονται σοβαρά.

Καθώς η ιδιοκτησία ήρθε να συμπέσει με το σκονισμένο σύννεφο από κλάσματα επένδυσης και όχι με το πρόσωπο, ο ανταγωνισμός αντικατέστησε την ικανότητα. Πολλές ικανότητες εξακολουθούν να είναι αναγκαίες για την παραγωγή, αλλά τώρα αποσπούνται από το ρόλο της επιχείρησης. Οποιαδήποτε διανοητική ικανότητα που δεν σχετίζεται με την κερδοσκοπία γίνεται επισφαλής, υποτιμάται και υπομισθολογείται.

Μόνο εκείνοι που ανέπτυξαν μεγάλη δεξιότητα στη διευθυντική λειτουργία είναι ικανοί να γίνουν πλούσιοι μέσω της εργασίας τους. Τι κάνει μια διευθυντική λειτουργία αποσπασμένη από την ιδιαιτερότητα από την οποία αποτελείται η συγκεκριμένη διανοητική ικανότητα; Η κατασκευή, η απάτη, τα ψέματα και οι απάτες λογιστικής, η φοροδιαφυγή, και, εφόσον απαιτείται, η φυσική απομάκρυνση των ανταγωνιστών, των βασανιστηρίων, και η γενοκτονία. Από αυτή την άποψη, η φατρία της Halliburton είναι πιο αποτελεσματική και ειδεχθής από τη Casalei ή Corleonesi.

Η άγνοια υψώνεται σε εξουσία και οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά με βάση το όφελος του μέγιστου και πιο άμεσου κέρδους. Αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι η μείωση του κόστους εργασίας, γιατί με αυτό σχετίζεται ο ανταγωνισμός, δεν έχει τίποτα να κάνει με την παραγωγή της ποιότητας. Ως αποτέλεσμα, ο τελευταίος λόγος για τις αποφάσεις σχετικά με την παραγωγή δεν προέρχεται από χημικούς, πολεοδόμους ή γιατρούς, αλλά από ανθρώπους με τη διοικητική ικανότητα, δηλαδή, με τη δυνατότητα να μειώσουν το κόστος εργασίας και να επιταχύνουν την πραγματοποίηση του κέρδους. Η δυναμική του νεοφιλελευθερισμού έχει καταστρέψει την αστική τάξη και την αντικατέστησε με δύο διαφορετικές και αντιτιθέμενες τάξεις: το κογκνιταριάτο από τη μία πλευρά, δηλαδή την επισφαλή και κυψελοειδής εργασία της διανόησης, και τη διευθυντική τάξη από την άλλη, που η μόνο ικανότητα της είναι στην ανταγωνιστικότητα. Πηγαίνοντας το στα άκρα, ως γεγονός σε όλο και μεγαλύτερες περιφέρειες της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής, ο ανταγωνισμός γίνεται η ένοπλη αφαίρεση των ανταγωνιστών, η ένοπλη επιβολή ενός προμηθευτή, η συστηματική καταστροφή όλων όσων δεν υποτάσσονται στο κέρδος του ισχυρότερου. Ποιοι ανταγωνίζονται καλύτερα από εκείνους που αφαιρούν τους ανταγωνιστές; Και τι καλύτερες τεχνικές για αυτή την αφαίρεση υπάρχουν από την τοιχοποίηση ζωντανών ανθρώπων, τη σφαγή ή τη διάλυση τους σε υδροχλωρικό οξύ; η Κaμμόρα είναι χαραγμένη στο γενετικό κώδικα του νεοφιλελευθερισμού.

Ρυθμίσεις

Η νεοφιλελεύθερη φάση του καπιταλισμού φαίνεται να είναι μια ατέρμονη και αδιάλειπτη διαδικασία της απορρύθμισης, αλλά στην πραγματικότητα είναι το ακριβώς αντίθετο. Καθώς όλοι οι κανόνες της συνύπαρξης καταργούνται, οι κανόνες της βίας επιβάλλονται. Καθώς οι ρυθμίσεις που θέτουν περιορισμούς στην εισβολή των αρχών του ανταγωνισμού αφαιρούνται, δύσκολοι-και- γρήγοροι αυτοματισμοί εισάγονται στις υλικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίοι γίνονται περισσότερο σκλάβοι όσο η επιχείρηση γίνεται περισσότερο ελεύθερη. Η διαδικασία της απορρύθμισης αφαιρεί επίμονα τους κανόνες που χαλιναγωγούν την κινητικότητα της παραγωγικότητας και εμποδίζουν την επεκτατική δύναμη-εξουσία του κεφαλαίου. Μορφές του κοινωνικού πολιτισμού και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που καθιερώθηκαν καθ ‘όλη τη νεωτερικότητα είναι οι κανόνες που η απορρύθμιση έχει κανονίσει να εξαλείψει. Η προέλαση της καπιταλιστικής απορρύθμισης εξαλείφει τις πολιτιστικές και νομικές συμβάσεις της νεωτερικότητας και του αστικού δικαίου μία προς μία. Γι ‘αυτό ο καπιταλισμός έχει μετατραπεί σε ένα εγκληματικό σύστημα και εξακολουθεί να εργάζεται προς την κατεύθυνση της επέκτασης του πεδίου της καθαρής βίας, όπου η πρόοδος του μπορεί να προχωρήσει ανεμπόδιστα. Ο Slatterkapitalismus: το τέλος της αστικής ηγεμονίας και της καθολικότητας του νόμου του Διαφωτισμού.

Το έγκλημα δεν είναι πλέον μια περιθωριακή λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά ο καθοριστικός νικηφόρος παράγοντας στον απορρυθμισμένο ανταγωνισμό. Τα βασανιστήρια, η ανθρωποκτονία, η εκμετάλλευση των παιδιών, η προώθηση στην πορνεία, και η παραγωγή των εργαλείων μαζικής καταστροφής έχουν γίνει αναντικατάστατες τεχνικές του οικονομικού ανταγωνισμού. Το έγκλημα ταιριάζει πλέον κατάλληλα στην αρχή του ανταγωνισμού.

Σκουπίδια

Συμπερασματικά, ο τελευταίος κύκλος του Splatterkapitalismus, όπως περιγράφεται από τον Saviano, είναι ο κύκλος των αποβλήτων. Τα απόβλητα είναι πρώτα και κύρια οι άνδρες και οι οι γυναίκες που η διαδικασία της ποινικής αξιοποίησης αφήνει πίσω της, παραμορφωμένα, καμένα, πεταμένα στο χαντάκι, φτιαγμένα να εκραγούν με μια χειροβομβίδα, ή απλά να ταπεινωθούν, να αδειάσουν, να φυλακιστούν. Σε αντίθεση με την αστική τάξη, που αποδίδει μια ιερή αξία στα ανθρώπινα δικαιώματα και τα σέβεται αποτελεσματικά, τουλάχιστον για την αυτοπροστασία της, ο Splatterkapitalismus δεν χορηγεί καμία ιερή αξία, ακόμη και για τη ζωή όσων βρίσκονται στην εξουσία. Για το σύστημα, το αφεντικό δεν είναι τίποτα άλλο από προσωρινός λειτουργός:

Η δικτατορία ενός ανθρώπου στη φατρία είναι πάντα βραχυπρόθεσμη, εάν η δύναμη του ενός αφεντικού ήταν να διαρκέσει πολύ καιρό, οι τιμές θα αυξανόταν και θα αναδυόταν τα μονοπώλια της αγοράς, οι αγορές θα γίνονταν άκαμπτες και οι επενδύσεις θα παρέμεναν στις ίδιες αγορές παρά θα διερευνούσαν νέες (2006: 222).

Η περιγραφή του Μαρξ για τη συνολική διαδικασία της αξιοποίησης ξεκίνησε από τη κοινωνική συνεργασία, όπου άπειρα άτομα αφηρημένου χρόνου εργασίας συνδυάζονται. Στο τέλος της έρευνάς του σχετικά με το splatter-εμπόρευμα, o Saviano επιδιώκει μια θεωρητική μεταφορά για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία με την ίδια αποτελεσματικότητα, αλλά είναι μια απελπισμένη προσπάθεια:

Το πιο πολύπλοκο πράγμα είναι να φανταστούμε μια οικονομία σε όλα της τα μέρη. Τις χρηματοοικονομικές ροές, τα περιθώρια κέρδους, τις διαπραγματεύσεις του χρέους, τις επενδύσεις. Δεν υπάρχουν φυσιογνωμίες που μπορούν να απεικονιστούν, δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία να αναδυθούν στο νου (2006: 310).

Στη συνέχεια, σε ένα πρόσχαρο λογικό άλμα βρίσκει τελικά το πιο ουσιαστικό μέρος του σύγχρονου υπερ καπιταλισμού: “Οι σκουπιδότοποι είναι τα πιο συμπαγή εμβλήματα κάθε οικονομικού κύκλου” (2006:310).

Ο υπερ-καπιταλισμός αυξάνει συνεχώς την παραγωγική του ικανότητα επειδή θεμελιώνει την εξουσία του σε αυτή, και όχι επειδή υπάρχει ανάγκη για αύξηση της παραγωγής. Υπάρχει ήδη αρκετή για να θρέψει έξι δισεκατομμύρια ανθρώπινα όντα στον πλανήτη· κάθε χρόνο εκατομμύρια τόνοι τροφίμων καταστρέφονται για να αποφεύγονται οι κρίσεις υπερπαραγωγής. Τα ρούχα που χρησιμοποιούμε υπερβαίνουν σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες μας, και κάθε άλλο εμπόρευμα βρίσκεται διαθέσιμο στις αμέτρητες αποθήκες που η σύγχρονη βιομηχανία μας έχει προμηθεύσει. Επομένως, γιατί επιταχύνουμε τόσο πολύ, γιατί εκτελούνται πιο γρήγοροι ρυθμοί εργασίας, γιατί τρέχουμε όλο και πιο ξέφρενα; Γιατί ο υπερ-καπιταλισμός είναι ενδόμυχα Splatter.

Η περιοχή είναι τυλιγμένη στα σκουπίδια και η εξεύρεση λύσεων φαίνεται αδύνατη (2006: 325).

Οι γαίες κλυδωνίζονται με διοξίνη. Δεκαπεντάχρονα παιδιά που έστειλε η Καμόρα των σκουπιδότοπων να αναπνεύσουν τον αέρα που είναι γεμάτος με το θάνατο ολοκληρώνουν τις λειτουργίες της απόθεσης των αποβλήτων.

Όσο περισσότερο αυτοί οι νέοι οδηγοί άκουσαν τους ανθρώπους να λένε ότι η δραστηριότητά τους ήταν επικίνδυνη, τόσο περισσότερο αισθανόταν άξιοι για τόσο σημαντικές αποστολές. Κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να σκεφτεί τον εαυτό του να κάνει χημειοθεραπεία δέκα χρόνια αργότερα, ή να ξερνάει χολή με σάπιο στομάχι, συκώτι και έντερα (2006: 329).

Οι τελευταίες σελίδες της Κaμμόρα περιγράφουν το σκηνικό των δηλητηριασμένων πεδίων με σκουπίδια, υπολείμματα και απορρίμματα. Με ένα μαντίλι γύρω από το στόμα του, προσπαθώντας να αναπνεύσει όσο το δυνατό λιγότερο, ο Saviano μας ζητά το τι να κάνουμε.

Ίσως μπορούμε μόνο να ξεχάσουμε, ή να μην βλέπουμε, και να ακούσουμε την επίσημη εκδοχή των γεγονότων. Αναρωτήθηκα αν κάτι θα μπορούσε να κάνει ευτυχισμένη τη ζωή, αλλά ίσως το μόνο που ήθελα ήταν να σταματήσω να ονειρεύομαι για την απελευθέρωση και την αναρχική ελευθερία, και να ρίξω τον εαυτό μου στη αρένα, να κολλήσω ένα ημιαυτόματο στο παντελόνι μου και να αρχίσω να μιλάω για επιχειρήσεις, πραγματικές επιχειρήσεις (2006: 330).

Ελπίδα

Υπάρχει ακόμα απάντηση στο ερώτημα “Τι να κάνουμε;” Υπάρχει μια απάντηση, πέρα από την προφανή συμβουλή να σταματήσουμε τον πολλαπλασιασμό, να σταματήσουμε να πετάμε αθώα σάρκα πάνω στην επέκταση των μετοχών καύσης; Προς το παρόν, δεν υπάρχει άλλη απάντηση.

Αλλά ένας νέος στρατός εγείρεται από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, χωρίς σημαίες, χωρίς μέλλον, η μόνη ελπίδα του είναι αυτοκτονία. Η κύρια δυσφορία από τους συμμετέχοντες στο στο πρόσφατο συνέδριο του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος προκλήθηκε από τις δεκάδες χιλιάδες των αγροτών που αυτοκτονούν επειδή η οικονομική ανάπτυξη τους οδηγεί να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και τους περιορίζει σε συνθήκες πείνας. Το ίδιο συμβαίνει στην Ινδία με την πρόοδο του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού.

Από την 11η του Σεπτέμβρη του 2001 η αυτοκτονία είναι η αποφασιστική πολιτική πράξη των χρόνων μας. Όταν η ανθρώπινη ζωή είναι άνευ αξίας, η ταπείνωση μεγαλώνει μέχρι να γίνει απαράδεκτη και εκρηκτική. Ίσως η ελπίδα μπορεί να προέλθει μόνο από τις αυτοκτονίες.