Πνευματική βία, πολιτιστική εισβολή μέσα στα σχολικά βιβλία

Ιστορία (ΣΤ Δημοτικού)- Ηλεκτρονικό Βιβλίο 3

Η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου «Η οικονομική ζωή» από το εγχειρίδιο Ιστορίας της Στ’ δημοτικού (http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-F114/520/3382,13626/)

Μια παράγραφος. Μια τόση δα παράγραφος. Καλογραμμένη. Με άψογο συντακτικό και ορθογραφία. «Τι να υπογραμμίσουμε κυρία;» Τίποτα, απαντώ, ενώ ήθελα να πω να τη διαγράψουν ολόκληρη. Η αυτοκριτική μετά. Είναι πιο δύσκολη.

Επιστροφή στην παράγραφο.

Τι λέει:

  • Ότι την «οικονομική άνθηση» την απόλαυσαν οι Έλληνες, αφού βελτίωσε τη ζωή τους. Όλοι οι Έλληνες; Κάποιοι Έλληνες; Ποιοι ‘Ελληνες; Προφανώς όλοι οι Έλληνες. Επειδή, προφανώς από την ιστορική στιγμή («παραμονές της Μεγάλης Επανάστασης του 1821»)  που τα οικονομικά των εμπόρων και των εφοπλιστών της εποχής ήταν ανθηρά, όλοι οι Έλληνες περνούσαν ζωή χαρισάμενη κι είπαν να το ρίξουν στην επανάσταση, μιας και δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν.
  • Ότι από την τάξη αυτή των πλουσίων εμπόρων και εφοπλιστών αναδείχτηκαν οι πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού. Οι πρωταγωνιστές. Κι όχι μόνοι τους. Είχαν και παρέα: «τους παραδοσιακούς ηγέτες» των υπόδουλων. Τους κοτσαμπάσηδες δηλαδή. Δεν ξέρω – δεν ξεκαθαρίζει – αν εννοεί και το ιερατείο της εποχής. Κοτσαμπάσηδες, αναδυόμενοι αστοί και ίσως και αρχιερείς, ίσως και ο πατριάρχης ο ίδιος, υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της επανάστασης του 1821. Ωραιότατα. Οι οπλαρχηγοί και οι χιλιάδες των αγωνιστών θεώρησαν τιμή τους να δώσουν τη ζωή τους στον ένοπλο αγώνα για ελευθερία ως δευτεροκλασάτοι κομπάρσοι, κάτι σαν αναγκαίο ντεκόρ στην παράσταση που έδιναν οι πρωταγωνιστές.

Τι διδάσκει:

  • Τους μαθητές και τις μαθήτριες αυτής της χώρας να σκέφτονται και να αποδέχονται ως αληθές το ανιστόρητο συμπέρασμα ότι την ιστορία την κινούν οι ισχυροί. Οι πλούσιοι και οι άρχοντες. Έτσι, με ευκολία αναπνοής θα δεχτούν και στη ζωή τους τον δευτεροκλασάτο – τριτοκλασάτο ρόλο του κομπάρσου της ζωής και της ιστορίας.
  • Να μην αναρωτιούνται για τα προφανή και να αποδέχονται ως αληθινή την κατάφωρα ψευδή εικόνα ότι όλοι οι Έλληνες ήταν το ίδιο πράγμα και ζούσαν μέσα στις ίδιες συνθήκες, κάνοντας χρήση της θολούρας που γεννά η γενίκευση «οι Έλληνες». Όσο πιο θολή είναι η εικόνα, τόσο το καλύτερο για τους συγγραφείς του βιβλίου και τους εντολείς τους. Βλέπετε, προτιμούν την πιο απλοϊκή γνωστική διαδικασία της γενίκευσης από τη συνθετότερη και για πιο ώριμες προσωπικότητες διάκριση [το νήπιο γενικεύει («να ένα δέντρο»), το παιδί διακρίνει («να μια μηλιά»)].

Τι δεν θα ήθελε με τίποτα να πει, αλλά το λέει:

  • Μα το προφανές. Ότι η ελληνική επανάσταση ήταν πρωτίστως ταξική επανάσταση. Επανάσταση που κινήθηκε από την αναδυόμενη αστική τάξη της εποχής, που αναζητούσε όχι μόνο περισσότερα προνόμια από την εξουσία αλλά την ίδια την εξουσία. Φυσικά, αν θέλαμε να κάνουμε μια τέτοιας προσέγγισης διδασκαλία, δεν θα διαλέγαμε τον κύριο Κολιόπουλο και την παρέα του, αλλά θα ανατρέχαμε στον Γιάννη Κορδάτο, για παράδειγμα, για μια διεξοδικότερη κι επιστημονική ανάλυση του θέματος.

Σήμερα μιλώντας για τη δημοκρατία και τη δικτατορία (μέρες που είναι) λέχθηκε από τους μαθητές ότι τα δικτατορικά καθεστώτα μετέρχονται της βίας προκειμένου να επιβιώσουν και να συνεχίσουν να καταπιέζουν. Πραγματικά, έτσι είναι. Όμως η απορία που προέκυψε από μια τέτοια παραδοχή ήταν τι είδους βία μπορεί να μεταχειριστεί οποιοσδήποτε θέλει να καταπιέσει αποτελεσματικά. Και μέσα στα πλαίσια αυτά της βίας εμφανίστηκε κάτι που το ονομάσαμε «πνευματική βία». Ο Paulo Freire το ονομάζει «πολιτιστική εισβολή»:

Οι εισβολείς επιβάλλουν τη δική τους κοσμοαντίληψη στα θύματα της εισβολής τους και ανακόπτουν τη δημιουργικότητά τους χαλιναγωγώντας την έκφρασή τους.

Paulo Freire, Η αγωγή του καταπιεζόμενου

Κι έρχεται αναπόφευκτο το ερώτημα. Την ώρα που καλείσαι να πλασάρεις «σκουπίδια» ή καλύτερα να μεταχειριστείς τα όπλα των εισβολέων στα μυαλά και την ηθική ανάπτυξη των νεαρών μαθητών σου, τι κάνεις; Πώς το διαχειρίζεσαι; Τέτοιες μέρες που ο τρόμος κι η ανασφάλεια σχεδόν μυρίζουν και κάνουν αποπνικτικό τον αέρα γύρω σου, τι κάνεις; Αρκεί να κάνεις παρατηρήσεις, ίσως αιχμηρές ίσως και όχι, επί του κειμένου; Αρκεί; Δεν ξέρω.

Κι ας διδάξω μια από τις επόμενες ημέρες το «Απορίες ενός εργάτη που διαβάζει». Θα ήθελα να είχα τα κότσια να τους πω να τη διαγράψουν.

Advertisements