Πόλη πανωλόβλητη

«Πρώτα πρώτα αυστηρή αστυνόμευση του χώρου: κλείσιμο της πόλης, και φυσικά του χώρου ολόκληρου, απαγόρευση εξόδου με την ποινή του θανάτου….. χωρισμός της πόλης σε συνοικίες όπου διορίζεται από ένας επόπτης. Κάθε δρόμος μπαίνει κάτω από την εξουσία ενός επιτρόπου που τον επιτηρεί…… Σε μια καθορισμένη μέρα διατάσσονται όλοι να εγκλειστούν στα σπίτια τους: απαγορεύεται η έξοδος από αυτά με την ποινή του θανάτου.

boston7

…… Οι μόνοι που κυκλοφορούν είναι οι επόπτες, οι επίτροποι, οι στρατιώτες της φρουράς κι ακόμα, ανάμεσα στα μολυσμένα σπίτια, από το ένα πτώμα στο άλλο, τα «κοράκια», που ελάχιστα ενδιαφέρει αν θα πεθάνουν ή όχι.

Χώρος τεμαχισμένος, ακίνητος, απολιθωμένος.

Η εποπτεία λειτουργεί ασταμάτητα. Παντού το βλέμμα επαγρυπνεί: «Μια σημαντική πολιτοφυλακή με επικεφαλής καλούς αξιωματικούς και ενάρετους πολίτες» φρουρές στις πύλες της πόλης, στο δημαρχείο και σε όλες τις συνοικίες για να κάνουν τον λαό να υπακούει πιο σβέλτα και να ενισχύουν την εξουσία των δημοτικών αρχόντων …….
Στις  πύλες της πόλης τμήματα επιτήρησης. Στην άκρη κάθε δρόμου, σκοποί. Ο επόπτης επισκέπτεται καθημερινά τη συνοικία που έχει αναλάβει….. Κάθε μέρα επίσης ο επίτροπος διασχίζει τον δρόμο για τον οποίο είναι υπεύθυνος. Σταματάει μπροστά σε κάθε σπίτι. Διατάζει να παρουσιάζονται όλοι οι κάτοικοι στα παράθυρα. Κάνει ονομαστικό προσκλητήριο……. Ο καθένας κλεισμένος στο κλουβί του, ο καθένας στο παράθυρό του, απαντώντας στο προσκλητήριο και εμφανιζόμενος όταν του το ζητούν – ιδού η μεγάλη επιθεώρηση ζώντων και νεκρών.

αρχείο λήψης (3)

Ο κλειστός και τεμαχισμένος  αυτός χώρος που επιτηρείται σε όλα του τα σημεία, όπου τα άτομα τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη θέση, όπου και οι παραμικρές κινήσεις ελέγχονται, όπου όλα τα γεγονότα καταγράφονται,….. όπου η εξουσία ασκείται αμέριστη, …. όπου το κάθε άτομο ακατάπαυστα επισημαίνεται, εξετάζεται και κατανέμεται ανάμεσα στους ζωντανούς, στους αρρώστους και στους νεκρούς – όλα τούτα συνιστούν ένα συμπαγές πρότυπο του πειθαρχικού συστήματος.

………

Η πανωλόβλητη πόλη, που υποβάλλεται ολόκληρη σε ιεραρχία, επιτήρηση, παρακολούθηση, καταγραφή, ακινητοποιημένη μέσα στη λειτουργία μιας εκτατικής εξουσίας που ασκείται διαφορικά πάνω σε κάθε ατομικό σώμα – αντιπροσωπεύει την ουτοπία της τέλεια διοικούμενης πολιτείας. Ο λοιμός είναι η δοκιμασία που στη διάρκειά της μπορούμε να καθορίσουμε με τρόπο ιδεατό την άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας.

boston-marathon-terrorism-extremism-patriot-act.si

….οι διοικούντες, που προσέβλεπαν στη λειτουργία μιας τέλειας πειθαρχίας, ονειρεύονταν την κατάσταση λοιμού. Για τα πειθαρχικά σχήματα η εικόνα του λοιμού ισοδυναμούσε με κάθε λογής σύγχυση και διασάλευση της τάξης, ακριβώς όπως και η εικόνα της λέπρας, της επαφής που πρέπει να κόβεται με το μαχαίρι, βρίσκεται στη βάση των σχημάτων αποκλεισμού.»

Μισέλ Φουκό, Επιτήρηση και Τιμωρία. Η Γέννηση της φυλακής, εκδόσεις Ράππα (259-263)

Η «Γλώσσα της Απόλυτης Διοίκησης» ως «Γλώσσα της Αλήθειας»

Ο Herbert Marcuse (1971) αφιερώνει το τέταρτο κεφάλαιο του Μονοδιάστατου Ανθρώπου στη διερεύνηση του Λόγου που εκφράζει τη μονοδιάστατη σκέψη της απόλυτης διοίκησης. Η τελευταία όχι μόνο μιλά τη γλώσσα της αλήθειας αλλά και την κατασκευάζει προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Κατά μια έννοια είναι η γλώσσα της διαφήμισης που διαπότισε τον λόγο της πολιτικής. Ως ιδιαίτερη γλώσσα έχει και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς τη μορφή, την εκφορά, τη γραμματική και τη λειτουργία της.

Η γλώσσα που μιλά η εξουσία είναι λειτουργική, μαγική και τελετουργική. Τείνει να καταργήσει τους ενδιάμεσους όρους και να ταυτίσει το πράγμα με τη λειτουργία του, δημιουργώντας μιαν αμφίδρομη σχέση: το πράγμα να ορίζεται από τη λειτουργία του και η λειτουργία από το πράγμα. Έτσι, για παράδειγμα, η γλώσσα αυτή μπορεί κάλλιστα να ταυτίσει το «πλυντήριο» με την «πλύση», στερώντας τη δυνατότητα από τον χρήστη και τον ακροατή να σκεφτεί άλλο τρόπο πλύσης εκτός από την πλύση μέσω πλυντηρίου ή να σκεφτεί άλλο τρόπο χρήσης του πλυντηρίου εκτός από την πλύση. Η έννοια απορροφάται από τη λέξη που τώρα γίνεται κλισέ και σαν τέτοιο

βασιλεύει πάνω στο γραπτό και προφορικό λόγο· η επικοινωνία εμποδίζει από δω κι ύστερα μια αυθεντική ανάπτυξη του νοήματος (107).

Η γλώσσα της απόλυτης διοίκησης είναι μια μορφή γλώσσας που αυτοδικαιώνεται με τη χρήση συγκεκριμένων όρων, όπως ελευθερία, ισότητα, μάθηση, οι οποίοι εμφανίζονται μόνιμα και υπνωτιστικά σε συνδυασμό με κάποιους άλλους, όπως ελεύθερο εμπόριο, ισότητα ευκαιριών ή “κοινωνία μάθησης/γνώσης”, δημιουργώντας συγκεκριμένες εικόνες. Οι εικόνες αυτές συνδυάζονται λογικά ή συνειρμικά με στάσεις, αξίες και επιθυμίες και αναμένεται από τον ακροατή να αντιδράσει με συγκεκριμένο τρόπο. Με αυτή τη μέθοδο η γλώσσα αποτελεί εκφοβισμό και εξύμνηση.

Οι προτάσεις έχουν τη μορφή υποβλητικών διαταγών…και το σύνολο της επικοινωνίας παίρνει έναν χαρακτήρα υπνωτικό. (110).

Χωρίς να αποδεικνύει και να εξηγεί, ανάγεται σε θέσφατο και προσταγή. Ακυρώνει κάθε συζήτηση καθώς αποφαίνεται και με τη δύναμη του μηχανισμού καθιερώνει καταστάσεις (118).

Απομονώνοντας το μερικό και συγκεκριμένο από το γενικό και αφηρημένο, παραχαράσσει την πραγματικότητα, αφού το συγκεκριμένο δεν εντάσσεται πια στις συνθήκες που αποτελούν την πραγματικότητά του και καθόσον το γενικό μεταφράζεται με όρους που αναφέρονται στο συγκεκριμένο και αντικειμενικό. Παράλληλα, εμποδίζεται η ανάπτυξη μεταβατικού νοήματος της έννοιας, το οποίο είναι αποτέλεσμα στοχασμού, ο οποίος δεν περιορίζεται στην απλή περιγραφή της έννοιας, αλλά προσεγγίζει τις διαδικασίες και τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή εμφανίζεται και αναπτύσσεται, για να τις διατηρήσει ή και να τις καταστρέψει.

Η ακατάπαυστη επιβολή εικόνων εμποδίζει κάθε είδους σκέψη και η συγκεκριμένου είδους γλώσσα, ούσα λειτουργική, είναι θεμελιακά αντικριτική και αντιδιαλεκτική. Σημαντικό χαρακτηριστικό της γλώσσας της απόλυτης διοίκησης είναι η σύνθεση και η ειρηνική συνύπαρξη των αντιθέτων και, ενώ η αντίθεση ήταν ο χειρότερος εχθρός της λογικής, τώρα έγινε σύμμαχος στη λογική μιας κοινωνίας που μπορεί να κάνει χωρίς λογική. Η σύζευξη των αντιθέσεων συμβιβάζει τελικά τα ασυμβίβαστα και μετατρέπεται σε φόρμουλα λόγου, αφοπλίζοντας κάθε διαμαρτυρία.

Πώς να μπορέσουν η διαμαρτυρία και η άρνηση να βρουν τη σωστή λέξη, όταν τα όργανα της κατεστημένης τάξης δέχονται και δημοσιεύουν ότι η ειρήνη πρέπει πάντοτε να βρίσκεται στα σύνορα του πολέμου, ότι οι τιμές των όπλων είναι συμφέρουσες…; (109)

Ή, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι η ισότητα επιτυγχάνεται ταυτόχρονα με την αποδοτικότητα και η ευελιξία συμβαδίζει αρμονικά με την ασφάλεια; Παράλληλα, αναγνωρίζει ο Marcuse, τέτοιου είδους συμφιλιώσεις αντιθέτων συνδυάζουν την ανοχή με τη συνοχή. Μια συνοχή, όμως, που έχει καταπιεστικό χαρακτήρα και αναγκάζει τον καταπιεζόμενο να δέχεται ό,τι του προσφέρεται, όπως του προσφέρεται.

Η λειτουργική μονοδιάστατη γλώσσα, εκτός από τη συνεχή υπνωτιστική επανάληψη λέξεων και εικόνων, την απομόνωση των μερών από το όλο και τις μεταξύ τους σχέσεις και την ειρηνική συνύπαρξη των αντιθέτων, μετέρχεται και άλλων μέσων προκειμένου να παρεμποδίσει την ενεργοποίηση της σκέψης. Χρησιμοποιεί τις συντμήσεις, είτε μέσω της ενωτικής παύλας, είτε – κι αυτή η μέθοδος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στις μέρες μας – μέσω των αρχικών γραμμάτων, απογυμνώνοντας την έννοια από την υπερβατική της παρασήμανση. Έτσι, η έννοια έχασε κάθε γνωστική αξία και χρησιμεύει μόνο για την αναγνώριση ενός αναμφισβήτητου γεγονότος (113).

Η γλώσσα της απόλυτης διοίκησης είναι γλώσσα βαθιά αντιιστορική. Με την έλλειψη της διαλεκτικής σκέψης και του διπλοδιάστατου λόγου που ενέχει την άλλη διάσταση της σκέψης, της σκέψης που κατατείνει στο δυνατόν να συμβεί, καταργείται η ιστορία και έρχονται στο προσκήνιο ad hoc ορισμοί ή, σύμφωνα με το συγγραφέα, επανορισμοί που πλαστογραφούν τις έννοιες και έτσι, το πλαστό γίνεται αληθινό (116).

Ως αντίθετη προς τη γλώσσα της γνώσης, γλώσσα που δίνει φωνή στην κριτική συνείδηση και σκέψη, η κλειστή γλώσσα της απόλυτης διοίκησης

γεννάει μια συνείδηση που θεωρεί τη γλώσσα της κυρίαρχης εξουσίας σαν τη γλώσσα της αλήθειας (119 η έμφαση δική μου).

————————————————————————

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από αδημοσίευτη εργασία του pnevmantilogias

Ούτε δήμιοι ούτε θύματα, Α. Καμύ

Το μόνο που ρωτάω είναι ότι, εν μέσω ενός δολοφονικού κόσμου, συμφωνούμε να συλλογιστούμε σχετικά με το φονικό και να κάνουμε μια επιλογή.

Ναι, πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας. Μέχρι αυτό το σημείο, έχω αποφύγει μια επίκληση στο συναίσθημα. Είμαστε κομματιασμένοι από μια λογική της ιστορίας που έχουμε επεξεργαστεί με κάθε λεπτομέρεια — ένα δίχτυ που απειλεί να μας πνίξει. Δεν είναι το συναίσθημα που μπορεί να κόψει το δίχτυ μιας λογικής που έχει φτάσει σε παράλογα μήκη, αλλά μονάχα ο λόγος που μπορεί να συναντήσει τη λογική στο έδαφός της. Αλλά δεν θα ήθελα να αφήσω την εντύπωση… ότι κάθε πρόγραμμα για το μέλλον μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τις δυνάμεις μας της αγάπης και της αγανάκτησης. Γνωρίζω πολύ καλά ότι χρειάζεται μια ισχυρή κινητήρια δύναμη για να βάλει τους ανθρώπους σε κίνηση και ότι είναι δύσκολο να βάλει κανείς τον εαυτό του σε έναν αγώνα του οποίου οι στόχοι είναι τόσο μέτριοι και όπου η ελπίδα έχει μονάχα μια λογική βάση — και ούτε καν μια τέτοια. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πώς να παρασύρεις τους ανθρώπους· είναι ουσιώδες, αντίθετα, ότι δεν πρέπει να παρασυρθούν, αλλά μάλλον ότι πρέπει να τους κάνεις να καταλάβουν καλά τι κάνουν.

Για να σώσουμε ό,τι μπορεί να σωθεί, έτσι ώστε να ανοίξει κάποιο είδος μέλλοντος — αυτή είναι η πρωταρχική κινητήρια δύναμη, το πάθος και η θυσία που απαιτείται. Απαιτεί μονάχα ότι συλλογιζόμαστε και έπειτα αποφασίζουμε, με σαφήνεια, κατά πόσον η μοίρα της ανθρωπότητας πρέπει να γίνει ακόμη πιο άθλια προκειμένου να επιτευχθούν μακρινοί και θολοί στόχοι, κατά πόσον θα πρέπει να αποδεχθούμε έναν κόσμο γεμάτο με όπλα όπου ο αδελφός σκοτώνει αδελφό· ή αν, αντίθετα, θα πρέπει να αποφύγουμε την αιματοχυσία και τη δυστυχία όσο το δυνατόν περισσότερο έτσι ώστε να δώσουμε μια ευκαιρία για επιβίωση σε επόμενες γενεές καλύτερα εξοπλισμένες από ό,τι είμαστε εμείς.

Από την πλευρά μου, είμαι αρκετά σίγουρος ότι έχω κάνει την επιλογή. Και, έχοντας επιλέξει, νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω, ότι πρέπει να δηλώσω ότι ποτέ ξανά δεν θα είμαι ένας από εκείνους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, που συμβιβάζονται με το φονικό, και ότι θα πρέπει να υποστώ τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης. Αυτό. Κι αυτό είναι μέχρι εκεί που μπορώ να πάω προς το παρόν…. Ωστόσο, θέλω να κάνω σαφές το πνεύμα με το οποίο αυτό το άρθρο είναι γραμμένο.

Μας ζητείται να αγαπάμε ή να μισούμε την τάδε ή την δείνα χώρα και τον τάδε ή τον δείνα λαό. Αλλά μερικοί από μας αισθάνονται πάρα πολύ έντονα την κοινή ανθρώπινη φύση μας για να κάνουν μια τέτοια επιλογή. Εκείνοι που αγαπούν πραγματικά το Ρωσικό λαό, σε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που ποτέ δεν έπαψαν να είναι — αυτή την παγκόσμια μαγιά που ο Τολστόι και ο Γκόρκι μίλησαν — δεν τους εύχονται επιτυχία στην πολιτική εξουσία, αλλά μάλλον θέλουν να τους γλυτώσουν, ύστερα από τις δοκιμασίες του παρελθόντος, από μια νέα και ακόμα πιο τρομερή αιματοχυσία. Το ίδιο, επίσης, για τον Αμερικανικό λαό, και τους λαούς της δυστυχισμένης Ευρώπης. Αυτό είναι το είδος των στοιχειωδών αληθειών που είναι πιθανόν να ξεχάσουμε εν μέσω των λυσσασμένων παθών της εποχής μας.

Ναι, είναι ο φόβος και η σιωπή και η πνευματική απομόνωση που προκαλούν ότι πρέπει να καταπολεμηθούν σήμερα. Και είναι η κοινωνικότητα και η παγκόσμια αλληλοεπικοινωνία των ανθρώπων που πρέπει να υποστηριχθεί. Η δουλεία, η αδικία, και τα ψέματα καταστρέφουν αυτήν την επαφή και απαγορεύουν αυτήν την κοινωνικότητα· και γι’ αυτό πρέπει να τα απορρίψουμε. Αλλά αυτά τα κακά είναι σήμερα η ίδια η ουσία της ιστορίας, έτσι ώστε πολλοί τα θεωρούν αναγκαία κακά. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούμε να “δραπετεύσουμε απ’ την ιστορία”, αφού είμαστε χωμένοι μέσα σ’ αυτήν ίσαμε το λαιμό. Αλλά μπορεί κανείς να προτείνει να αγωνιστούμε μέσα στην ιστορία για να διατηρήσουμε από την ιστορία εκείνο το μέρος του ανθρώπου που δεν αποτελεί αρμόζων πεδίο του. Αυτό είναι το μόνο που έχω να πω εδώ. Το “σημείο” του παρόντος άρθρου μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Τα σύγχρονα έθνη καθοδηγούνται από ισχυρές δυνάμεις κατά μήκος των δρόμων της εξουσίας και της κυριαρχίας. Δεν θα πω ότι οι δυνάμεις αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν ή ότι θα πρέπει να παρεμποδιστούν. Χρειάζονται τη βοήθειά μας και, προς το παρόν, γελούν με τις προσπάθειες να τις εμποδίσουν. Έτσι, θα συνεχίζουν. Αλλά θα θέσω μόνο αυτή την απλή ερώτηση: Τί θα συμβεί αν αυτές οι δυνάμεις καταλήξουν σε αδιέξοδο, τί θα γίνει αν αυτή η λογική της ιστορίας στην οποία τόσοι πολλοί βασίζονται αποδεικνύεται τώρα ότι είναι μια χίμαιρα; Τί θα συμβεί αν, παρά τους δύο ή τρεις παγκόσμιους πολέμους, παρά τη θυσία πολλών γενεών και ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, τα εγγόνια μας — υποθέτοντας πως θα επιζήσουν — δεν βρεθούν πιο κοντά σε μια παγκόσμια κοινωνία; Είναι πολύ πιθανό ότι οι επιζώντες μιας τέτοιας εμπειρίας θα είναι πολύ αδύναμοι για να κατανοήσουν τα δικά τους βάσανα. Από τη στιγμή που αυτές οι δυνάμεις εξασκούνται και από τη στιγμή που είναι αναπόφευκτο ότι θα συνεχίσουν να το κάνουν, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο κάποιοι από εμάς δεν θα πρέπει να αναλάβουν να τις διαιωνίσουν, μέσα στην αποκαλυπτική ιστορική θέα που εκτείνεται μπροστά μας, ένα μετριοπαθή σκεπτικισμό που, χωρίς να παριστάνει ότι λύνει τα πάντα, θα είναι έτοιμος συνεχώς να δίνει κάποιο ανθρώπινο νόημα στην καθημερινή ζωή. Το βασικό πράγμα είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να ζυγίσουν προσεκτικά το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν….

Το μόνο που ρωτάω είναι ότι, εν μέσω ενός δολοφονικού κόσμου, συμφωνούμε να συλλογιστούμε σχετικά με το φονικό και να κάνουμε μια επιλογή. Μετά από αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε εκείνους που δέχονται τις συνέπειες του να είναι δήμιοι ή οι συνεργοί των δήμιων, και εκείνους που αρνούνται να το πράξουν με όλες τους τις δυνάμεις και όλο τους το είναι. Δεδομένου ότι αυτή η τρομερή διαχωριστική γραμμή υπάρχει πράγματι, θα είναι ένα κέρδος αν επισημανθεί καθαρά. Πάνω από την έκταση των πέντε ηπείρων κατά τα προσεχή έτη ένας ατέλειωτος αγώνας πρόκειται να επιδιωχθεί μεταξύ της βίας και της φιλικής πειθούς, ένας αγώνας στον οποίο, εγγυημένα, η πρώτη έχει χίλιες φορές πιθανότητες επιτυχίας από ότι η τελευταία. Αλλά έχω πάντα υποστηρίξει ότι, αν αυτός ο οποίος βασίζει τις ελπίδες του στην ανθρώπινη φύση είναι ανόητος, αυτός που παραδίνεται ενώπιον των περιστάσεων είναι δειλός. Και πλέον, η μόνη έντιμη πορεία θα είναι να διακυβεύσουμε τα πάντα σε ένα τρομερό ρίσκο: ότι οι λέξεις είναι πιο ισχυρές από τα πυρομαχικά.

Αναδημοσίευση από eagainst.com