Η αλλοτριωμένη μου συνείδηση του δούλου

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA-1 DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA.2Οι εργαζόμενοι στον επιχειρηματικό όμιλο του Μπόμπολα ομόφωνα αποφάσισαν να στείλουν αυτή την επιστολή στο αφεντικό τους που τους καθυστερεί τα δεδουλευμένα. Τυπικότητα, ευγένεια, επίκληση στο συναίσθημα, κατανόηση των δυσχερειών του αφεντικού, ικεσία αναγνώρισης των κόπων τους και των σωμάτων τους.

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA.3

Κοιτάξτε τι καλά που εξακολουθούμε να κάνουμε τη δουλειά που μας βάζετε να κάνουμε! Δείτε πώς κατανοούμε τα βάσανα της επιχειρηματικότητας! Σκύψτε λίγο το βλέμμα σας και σε μας! Δεν είμαστε άνθρωποι κι εμείς; Συγκινηθείτε με το δράμα μας! Σάμπως δεν μοιράσαμε ακριβοδίκαια τον κοινωνικό αυτοματισμό; Δεν δηλητηριάσαμε με μίσος, μισαλλοδοξία, παθητικότητα και φόβο το κοινωνικό σώμα; Δεν το δείραμε αρκετά μέσα από τις γραμμές και τα πίξελς ολημερίς κι ολονυχτίς; Δεν εκθειάσαμε όσο έπρεπε την κυβέρνηση; Δεν αποκρύψαμε επιμελώς κάθε τι που θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να μην μιλάνε όπως εμείς τώρα; Νομίζετε πως δεν προσπαθήσαμε αρκετά να τους κάνουμε να μας μοιάσουν; Μα τι λέτε; Δείτε γύρω σας: ακρωτηριασμένες σκέψεις, άψυχες αντιδράσεις, παράδοση αμαχητί, φόβος, πείνα, η σ υ χ ί α. Τα πάντα κάναμε! Ακόμα και δανεικά ζητάμε για να έρθουμε στην ώρα μας στη δούλεψή σας, αξιότιμο αφεντικό! Πότε θα κόψεις λίγο από τη φραντζόλα σου (προς θεού, δική σου είναι, δεν τη ζυμώσαμε εμείς) να μας δώσεις το ψαλιδισμένο ξεροκόμματο που μας υποσχέθηκες;

slavery.jpg2

Είμαι η συνείδηση του δούλου. Αυτή η ετερόφωτη συνείδηση που παίρνει φως από την αναγνώριση του αφέντη. Υπάρχει επειδή και μόνο όταν αυτός τον κοιτάει. Θέλει ό,τι κι αυτός θέλει. Σκέφτεται όπως ο αφέντης τού επιβάλλει και υποβάλλει.

Είμαι η διχασμένη, αλλοτριωμένη συνείδηση του καταπιεσμένου. Που έχοντας ως ίνδαλμα τον καταπιεστή μου όταν μου δίνεται η ευκαιρία, ή νομίζω πως μου δόθηκε, να πάρω τη θέση του, την αρπάζω με βία και βιάζω, εξουσιάζω, καταπιέζω, τυραννώ. Όχι τους πρώην συντρόφους μου δούλους – ποτέ δεν είχα συντρόφους, πώς θα μπορούσα άλλωστε, μια τέτοια ανελεύθερη ετερόφωτη συνείδηση; – αλλά τους μόνους εχθρούς: τους καταπιεσμένους.

Αφεντικό, υπολόγισέ με στην κατηγορία των δούλων. Μην ξεχνάς ότι αυτοί οι δούλοι γίνονται οι πιο υπέροχοι καταπιεστές, οι πιο σπουδαίοι και ύπουλοι βασανιστές. Όταν δεν βασανίζουν άμεσα τα θύματά τους, τους επιβάλλουν τη δουλικότητά τους. Δεν ανέχονται ούτε καν την υποψία αυτοκαθορισμού, ελεύθερης σκέψης, θέλησης και δράσης, χειραφέτησης, διαφορετικότητας. Φθονούν, υπονομεύουν, χλευάζουν, καταδίδουν, καταγγέλλουν την αμφισβήτηση, τη χαρά, το φως, τον αγώνα για ελευθερία και ζωή. Τι άλλο θες;

Στας διαταγάς σας, αφέντη

«Το πρόβλημα με τα όνειρα είναι ότι δεν υπόκεινται εύκολα σε έλεγχο…*» (1)

Ήταν κάποτε μια χώρα, μια οποιαδήποτε χώρα, αλλά ας την πούμε Ουρανούπολη αφού έτσι την ονόμασε ο συγγραφέας. Εκεί βασίλευε ένας βασιλιάς, ένας οποιοσδήποτε βασιλιάς. Ένας τύραννος, ένας οποιοσδήποτε τύραννος, αλλά ας τον πούμε Αρπατίλαο, αφού έτσι τον βάφτισε ο συγγραφέας. Φορούσε στο κεφάλι του κορώνες στολισμένες με χιλιάδες πολύτιμα πετράδια βγαλμένα με αίμα και ιδρώτα από τους υπηκόους του που χώνονταν κάθε μέρα όλο και πιο βαθιά στα ορυχεία.

Αυτός ο βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς, βασίλευε. Βασίλευε με ένα μαύρο φτερό από κοράκι κι ένα τηλεσκόπιο.

magika maxilaria 2

Με το φτερό έγραφε νόμους. Νόμους πολλούς, άδικους, τρελούς. Οι νόμοι, όπως όλοι οι νόμοι, απαγόρευαν, αλλά ας πούμε ότι απαγόρευαν όλα τα όμορφα και τα καλά. Όλα τα χαρούμενα και τα ελπιδοφόρα. Απαγόρευαν επίσης και τις λέξεις. Τις κακές λέξεις, όπως ας πούμε τη λέξη «Κυριακή» που με διάταγμα μετονομάστηκε σε «Προδευτέρα» και, αφού δεν ήταν πλέον Κυριακή, ήταν μια εργάσιμη μέρα όπως όλες οι άλλες μέρες. Κανείς δεν ξέφευγε από τους νόμους, που ήταν τόσο πολλοί, ώστε ποτέ δεν ήξερες αν αυτό που κάνεις απαγορεύεται ή όχι. Κι ήταν τόσο τρελοί αυτοί οι νόμοι, που διέταζαν να καούν τα πάρκα, να κλείσουν οι παιδικές χαρές και να χτιστούν στη θέση τους φυλακές κι εργοστάσια. Και, βέβαια, όπως όλες οι φυλακές, έκλειναν μέσα τους κι αυτές όσους  από τους υπηκόους παραβίαζαν τους νόμους. Και τα εργοστάσια, όπως όλα τα εργοστάσια, κατασκεύαζαν. Ας πούμε λοιπόν ότι κατασκεύαζαν λουκέτα και συρματοπλέγματα.

Με το τηλεσκόπιό του ο βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς, επόπτευε, αλλά ας πούμε ότι επόπτευε όλο το βασίλειό του και, όταν έβλεπε κάτι όμορφο ή λαχταριστό, τότε το άρπαζε αμέσως και το έκανε δικό του, αφού έτσι όρισε ο συγγραφέας.

Σ’ αυτή τη χώρα, όπως σε κάθε χώρα, υπήρχαν και σχολεία. Εκεί, όπως και σε κάθε σχολείο, οι μαθητές διδάσκονταν μαθήματα:

«στο μάθημα της γυμναστικής μάθαιναν να γονατίζουν, στο μάθημα των θρησκευτικών μάθαιναν τροπάρια που δόξαζαν τον Αρπατίλαο και στο μάθημα της γραμματικής μάθαιναν την παθητική φωνή. Από χρόνους μάθαιναν τον ενεστώτα και τον παρατατικό αλλά όχι τον μέλλοντα χρόνο. Μόνο ο Αρπατίλαος και οι αυλικοί του είχαν το δικαίωμα να μιλάνε για το μέλλον. Κάθε τόσο μάλιστα, ειδικές περιπολίες έκαναν αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις στα σχολεία, για να ελέγξουν αν οι μαθητές αποστήθιζαν σωστά αυτά που όριζε ο νόμος.»

Όλα τα είχε ο βασιλιάς. Και πλούτη. Και υπηκόους. Και έλεγχο. Και φυλακές. Ένα πράγμα δεν είχε: την αγάπη των υπηκόων του. Τι έφταιγε άραγε και δεν τον αγαπούσαν, αλλά του έστρωναν μπανανόφλουδες να γλιστράει και να πέφτει; Και γιατί τον κορόιδευαν πίσω από την πλάτη του;

«Δεν σας αγαπάνε, επειδή τα βράδια ονειρεύονται…»

είπε ο αυλοκόλακας, πονηρός όπως κάθε αυλοκόλακας, που είχε μυστικοσύμβουλο ο βασιλιάς, όπως κάθε βασιλιάς.

Κι όταν οι άνθρωποι ονειρεύονται, ακόμα κι όταν είναι υπήκοοι, συγκρίνουν: το όνειρο με την πραγματικότητα. Και ξέρουν.

Του θανατά από την απελπισιά ο βασιλιάς. Τι να κάνει για να μην ονειρεύονται οι άνθρωποι; Να απαγορέψει τα όνειρα; Να στέλνει ονειρικές περιπολίες να μπουκάρουν τα βράδια στα σπίτια των υπηκόων και να «περιποιούνται» τους παραβάτες του νόμου; Ή μήπως να φορολογήσει τα όνειρα, ώστε να τους κοπεί μαχαίρι αυτή η κακή συνήθεια;

«Το πρόβλημα με τα όνειρα είναι ότι δεν υπόκεινται εύκολα σε έλεγχο. Είναι κρυμμένα πίσω από τα μέτωπα, πίσω απ’ τις ρυτίδες, βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στα κεφάλια»

επέμεινε ο πονηρός μυστικοσύμβουλος, που, όπως όλοι οι μυστικοσύμβουλοι, κατείχαν λίγη γνώση από την ανθρώπινη φύση, ποτέ όμως αρκετή, αφού για να γνωρίζεις πρέπει πρώτα να αγαπάς.

Σε αυτή τη χώρα, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε χώρα, αλλά ο συγγραφέας την ονόμασε Ουρανούπολη, καταστρώθηκε λοιπόν ένα σχέδιο αφανισμού των ονείρων των ανθρώπων. Ένα σατανικό σχέδιο: θα ανάγκαζαν τους υπηκόους να ονειρεύονται μόνο εφιάλτες. Τα χειρότερα και τα πιο αποτρόπαια όνειρα θα τυραννούσαν τον ύπνο τους κι έτσι η εφιαλτική πραγματικότητα θα έμοιαζε πια με παράδεισο. Και σ’ αυτόν τον παράδεισο θεός θα ήταν ο βασιλιάς αυτοπροσώπως. Και θα ήταν ο βασιλιάς τόσο καλός που θα χάριζε σε κάθε υπήκοό του χωριστά από ένα μαξιλάρι. Ένα μαγικό μαξιλάρι. Φτιαγμένο με σκόνη από τύψεις, μαντίλια δακρυσμένα, στεναγμούς μελλοθανάτων, σκιά προδότη, σκουριά από αλυσίδες κι άλλα φριχτά κι απαίσια.

Με ευγνωμοσύνη δέχτηκαν οι υπήκοοι, όπως όλοι οι υπήκοοι, την ξαφνική αυτή γενναιοδωρία του βασιλιά, όταν ο ντελάλης τους ανακοίνωσε τον νέο αυτόν νόμο. Παρέδωσαν όλα τα παλιά τους μαξιλάρια και στη θέση τους έβαλαν τα νέα. Κι έγινε ο ύπνος τους αφόρητος. Καλύτερα να ήταν ξύπνιοι.

«Τα βράδια από τα παράθυρα των σπιτιών άκουγες βασανισμένα αγκομαχητά, άρρυθμες ανάσες και παραμιλητά. Άκουγες λυγμούς και κλάματα και, πού και πού, μια κραυγή πνιγμένη.»

 Αλλά και στον ξύπνιο τους τα πράγματα δεν ήταν και τόσο καλύτερα. Σκυφτοί, παραιτημένοι, υποταγμένοι, γκρίζοι και με άδεια μάτια ζούσαν κάτω από έναν μαύρο ουρανό, δούλευαν στα ορυχεία, έχτιζαν φυλακές, έφτιαχναν λουκέτα, έπλεκαν συρματοπλέγματα και, όποτε συναντούσαν τον βασιλιά, έπεφταν στα γόνατα και τον προσκυνούσαν. Ακόμα κι όταν οι φρουροί, όπως όλοι οι φρουροί, τους άρπαζαν το βιος τους δεν έβγαζαν κουβέντα.

Κι όλα κυλούσαν ήσυχα στη χώρα αυτή, όπως σε κάθε χώρα όπου οι άνθρωποι δεν κάνουν πλέον όνειρα.

Ώσπου…

LEYTERIA-STA-ONEIRA-apo-MARIA-2012_416848791_n

* Αφηγούμενη την ιστορία του Ε. Τριβιζά «Τα μαγικά μαξιλάρια». Μια ιστορία για βασιλιάδες κι υπηκόους. Μια ιστορία για τα όνειρα. Για τους ανθρώπους που παίρνουν εκδίκηση για λογαριασμό τους.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.

pnevmantilogias

Μας λένε οι καταπιεστές μας

Μας λένε οι καταπιεστές μας:

«Δεν είναι άδικο να πετιούνται στον δρόμο χιλιάδες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και κανένας του δημοσίου;

Μήπως δεν είναι άδικο που άλλοι πεινάνε και άλλοι έχουν ένα πιάτο φαΐ το μεσημέρι;

Και μήπως αυτός που έχει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του δεν αδικεί αυτόν που στο πεζοδρόμιο περνά τις νύχτες;

Δεν εξοργίζεσαι από  την αδικία άλλοι να πεθαίνουν κι άλλοι να ζουν;»

………

Α, τι ωραία κεραυνοβόλα ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ θα επέλθει στον κόσμο,

όταν ΟΛΟΙ μείνουμε ΑΝΕΡΓΟΙ,

ΟΛΟΙ μείνουμε ΑΣΤΕΓΟΙ,

ΟΛΟΙ γίνουμε ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ

ΟΛΟΙ πέσουμε ΝΕΚΡΟΙ.

Ταξικό μίσος

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το πέρασα πιστεύοντας (κι ακόμα το πιστεύω) ότι το να αγαπάς είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στον κόσμο. Έμαθα να αγαπώ τα πάντα. Μου άρεσε να αγαπώ τα πάντα. Τα μικρά και μεγάλα ζώα, τα δέντρα, τον ήλιο, τη θάλασσα. Αγαπούσα τους γονείς μου τους συγγενείς μου, τους φίλους μου. Καθετί αθώο κι απροστάτευτο. Στο σχολείο μού έμαθαν να αγαπώ και την πατρίδα. Με δίδαξαν προσευχές και με  πήγαν και στην εκκλησία όπου μου είπαν να αγαπώ τον συνάνθρωπο και τον Θεό. Μεγαλώνοντας άρχισα να αγαπώ κι αφηρημένα πράγματα. Τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ελευθερία,  τη γνώση. Την ίδια την αγάπη. Είχα στήσει ολόκληρο το ηθικό μου οικοδόμημα πάνω στην αγάπη. Δεν αμφισβήτησα ποτέ την αξία της κι ήμουν σίγουρη ότι η αγάπη πάντα νικά στο τέλος κι ότι μπροστά της λυγίζει και λιώνει σαν κερί το μίσος.

Το μίσος.

Τρομακτική λέξη. Βαριά λέξη. Δεν ήξερα τι είναι, αφού δεν το ένιωσα, για πολύ καιρό. Διάβαζα βέβαια γι αυτό. Κάποιοι μιλούσαν γι αυτό. Στις περισσότερες ταινίες έβλεπα ανθρώπους να μισούν. Ήταν οι «κακοί». Σκότωναν και λήστευαν. Δεν τους συμπαθούσα αλλά ούτε τους μισούσα. Καμιά φορά έπιανα τον εαυτό μου να τους λυπάται κιόλας, μιας και με τόσο πολύ μίσος που κουβαλούσαν μέσα τους ήμουν σίγουρη ότι ήταν δυστυχισμένοι και δηλητηριασμένοι. Δυστυχείς άτυχοι. Κακομοίρηδες μέσα στη μαυρίλα του μίσους τους. Στα καλύτερά μου, μάλιστα, ήθελα να τους απελευθερώσω από τη δυστυχία του μίσους τους, βέβαιη για την επιτυχία του εγχειρήματός μου.

Και τα χρόνια πέρασαν. Κι έφτασα στα μισά του δρόμου. Και είδα ανθρώπους δυστυχισμένους. Ανθρώπους καταπιεσμένους . Πεινασμένους. Νεκρούς. Τους αγάπησα. Ήταν αθώοι κι απροστάτευτοι. Κι είδα άλλους, τους «κακούς» της παιδικής μου αθωότητας, ευτυχισμένους, ελεύθερους, χορτάτους, ζωντανούς. Να στέκονται πάνω στους  πρώτους. Να τρώνε το φαγητό τους. Να αναπνέουν τον αέρα τους. Να πίνουν το νερό τους. Να λυμαίνονται τη γη τους. Να ζουν τη ζωή τους.  Ήταν κλέφτες. Ληστές και δολοφόνοι. Δεν έκρυβαν το μίσος τους. Το διατυμπάνιζαν μάλιστα περήφανοι. Στις δεξιώσεις, στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, στις απονομές βραβείων, στα κανάλια, στις εφημερίδες, στο χρηματιστήριο. Μερικές φορές τους είδα να κομπάζουν και μέσα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων. Ό,τι είχαν κι ό,τι ήταν στο μίσος τους το χρωστούσαν. Εγώ όμως και πάλι αμετανόητα «ηθική», παράλογα συναισθηματική δεν τους μίσησα.  Αλλά τώρα πια δεν ήθελα και να τους σώσω.

Όταν η αδικία χτύπησε την πόρτα μου, όταν η πείνα του διπλανού μου με έκανε να νιώθω ενοχές για το δικό μου τραπέζι που ακόμα είχε φαγητό, όταν η καταπίεση έγινε νόμος  κι η εξαθλίωση ανάγκη, όταν για να ζήσω έπρεπε πρώτα να πεθάνω, ήρθε και μου παρουσιάστηκε το μίσος. Η τρομακτική και βαριά λέξη. Η λέξη που ακόμα και ζωγραφισμένη με γράμματα με γέμιζε δέος. Αποτίναξα από πάνω μου  τον φόβο απέναντι στη λέξη. Συνειδητοποίησα ότι τόσον καιρό έβλεπα τη σκιά από την πλάτη της. Την κοίταξα, λοιπόν, στα μάτια. Δεν είχε να κάνει με οργή ούτε με εκδίκηση. Ανάλαφρη, σχεδόν δεν άγγιζε το συναίσθημα. Αλλά ούτε και την ηθική. Πατούσε στέρεα και λογικά πάνω στην τάξη.

Υ.Γ. Είναι περίεργο πώς η αγάπη σε οδηγεί στο μίσος. Αλλά μπορεί και να μην είναι.

Απολογούμαι

Απολογούμαι που σου έμαθα  να σκας και να ακούς

Απολογούμαι που σου έμαθα  ότι είσαι πολύ μικρός

Απολογούμαι που σου έμαθα  να μην ρωτάς «γιατί» και να απαντάς σε όλα «ναι»

Απολογούμαι που σου έμαθα  να κουνάς το σημαιάκι στις σχολικές γιορτές χωρίς να ξέρεις το γιατί

Απολογούμαι που σου έμαθα  πώς ακριβώς να παπαγαλίζεις ποιηματάκια για την ελευθερία

Απολογούμαι που σου έμαθα  την Ιστορία μισή, λειψή, παράλυτη, καρικατούρα της αλήθειας

Απολογούμαι που σου έμαθα  να αναπαριστάς σε γράφημα το ποσοστό της παιδικής εργασίας και όχι να αναρωτιέσαι γιατί να υπάρχει παιδική εργασία

Απολογούμαι που σου έμαθα ότι προτιμάς να προσέχεις στο μάθημα όταν ήθελες να κοιτάξεις τη βροχή έξω από το τζάμι

Απολογούμαι που σου έμαθα  να ντρέπεσαι για την παιδικότητά σου

Απολογούμαι που σου έμαθα  να καταργείς τη σκέψη σου και να αποκηρύσσεις τη φαντασία σου

Απολογούμαι που σου έμαθα  να αποζητάς την εύνοιά μου

Απολογούμαι που σου έμαθα  να αποδέχεσαι την αντίφαση και σου απέκρυψα τη σύγκρουση

Απολογούμαι που σου έμαθα  να στέκεσαι στη γραμμή χτυπώντας προσοχή τα αδύνατα ποδαράκια σου

Απολογούμαι που σου έμαθα  ότι μόνο εγώ έχω δίκιο

Απολογούμαι που σου έμαθα  να σκύβεις το κεφάλι όταν θέλησες να με αμφισβητήσεις

Απολογούμαι που σου έμαθα  να με φοβάσαι

Απολογούμαι που σου έμαθα  να σε φοβάσαι.

Δεν έχει σημασία το αν θα με συγχωρήσεις. Σημασία έχει να μην απολογηθείς εσύ ποτέ γι αυτά.

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

τα δέρνεις

τ’ απειλείς

τ’ απομονώνεις

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

τα στέλνεις στο σχολείο

στο στρατό

στο αφεντικό

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

τα σπουδάζεις

τα παντρεύεις

τα μαντρώνεις

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

δεν τα κοιτάς στα μάτια

δεν τους μιλάς

δεν τ’ ακούς

Όταν φοβάσαι τα παιδιά

τα κάνεις σαν εσένα

Αναδημοσιεύω από τον Methexis Erratum