Αρχιρεζίληδες

samaras mesoprothesmo

Δεν ξέρω αν υπάρχει λαός που να καθυβρίστηκε, να  λοιδορήθηκε και να περιγελάστηκε περισσότερο από τους κατοίκους αυτής της χώρας. Αν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κατά το οποίο οι κυβερνώντες μιας χώρας και τα δημοσιογραφικά φερέφωνά τους να καταξεφτιλίζουν καθημερινά τον λαό τον οποίο υποτίθεται και οι δύο μεριές υπηρετούν, την ώρα μάλιστα που τον τσαλαπατάνε και τον εκμηδενίζουν με υλικούς πλέον όρους.

Μας ξεφτιλίζουν αδέλφια. Συστηματικά, αδίστακτα, με επαγγελματικά δολοφονική ακρίβεια. Όχι τώρα. Από παλιά. Από το πάρτι (Το Βήμα 9/1/2000) και τον χορό που ο Πρετεντέρης μάς πέταγε στα μούτρα ότι μας αξίζει και πρέπει να τον χορέψουμε μέχρι να πέσουμε κάτω, εννοώντας βέβαια τους χορευταράδες φίλους του που ξέρουν καλά και από τα γεννοφάσκια τους  από κερδοσκοπικές φιγούρες και (ρε)σάλτα. Από τον καιρό του αρχιτραπεζίτη και μετέπειτα πρωθυπουργού, Παπαδήμου, που αρθρογραφούσε  («Τα Νέα», στις 17/6/2000) υποσχόμενος ότι οι τράπεζες θα δίνουν ακόμα περισσότερα δάνεια στα νοικοκυριά, ακόμα περισσότερες αλυσίδες στους σκλάβους.

papadimos-daneia

Και στο πάρτι χόρεψαν και οι αλυσίδες κλείδωσαν. Κι αν τότε η κοροϊδία κρυβόταν πίσω από απαστράπτουσες πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά δάνεια και σπάσιμο στα μαγαζιά της παραλιακής, ήταν ακριβώς επειδή έτσι έπρεπε να γίνει η δουλειά. Να κάνει τόσο θόρυβο ώστε να κουφαίνει τον εγκέφαλο και να είναι τόσο πλουμιστή που να θαμπώνει.

Κι ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι…

Και σε τέτοιους καιρούς περισσεύουν τα στολίδια. Πέφτουν οι μάσκες. Ξεμασκαρεύονται τα τέρατα. Ήμασταν πάντα οι εχθροί κι ήρθε η ώρα να μας εξαφανίσουν. Δεν υπάρχουν περιθώρια οίκτου ή ακόμα και διαπραγμάτευσης.

Πού πήγαν τα λεφτά; τους ρωτάμε σαστισμένοι.

Μαζί τα φάγαμε, απαντούν οι μπουχτισμένοι, κοπρίτες, διεφθαρμένοι, μαλάκες,  και για να σας το αποδείξουμε πόσο μαλάκες είστε, ορίστε, πείτε τα μόνοι σας!

Πυροβολούν κατά βολή και κατά ριπάς, άλλοτε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, άλλοτε κάθε κοινωνική ομάδα ξεχωριστά κι άλλοτε συνδυαστικά με κάθε δυνατό και αποτρόπαιο συνδυασμό.

 Ξέρω τον εχθρό μου ….Ένα εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια, ομολογεί ο Ανδρέας Λοβέρδος λίγο καιρό πριν διαπομπεύσει στο πανελλήνιο άρρωστες γυναίκες, ακριβώς επειδή ήταν άρρωστες και γυναίκες.

Οι άνθρωποι πεινάνε, δε βρίσκουν δουλειά, παραπονιόμαστε σαν κουτάβια.

Μην γκρινιάζετε, μας διατάζουν οι χορτάτοι φωνακλάδες, όποιος δεν προσαρμόζεται, πεθαίνει. 

ADONIS - GENNAIOI 2

Ο πιτσιρικάς σκοτώθηκε επειδή δεν πλήρωσε εισιτήριο; αναφωνούμε ανατριχιασμένοι.

– Τι λες μωρέ, που δεν θα κάνουν τη δουλειά τους οι ελεγκτές επειδή πηδούν οι τζαμπατζήδες!, γκαρίζει αυτάρεσκα  μια σημαντικά ασήμαντη φιγούρα.

Ξεσηκώνονται γιατροί, νοσοκόμες, καθηγητές και δάσκαλοι, φαρμακοποιοί; Είναι λαμόγια, βολεμένοι, μια συντεχνία από αγνώμονα προς την «πατρίδα» ρεμάλια.

Διαμαρτύρεσαι για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους βασανισμούς, τα φονικά; Είσαι αριστερός, κομμουνιστής, ακραίος κι αντιεξουσιαστής.

Αλλά εσύ δεν είσαι τίποτε απ΄αυτά. Σαν καλός νοικοκύρης ξεπουλάς σπίτι, ασημικά, βέρα, αυτοκίνητο για το αντικαρκινικό φάρμακο του παιδιού σου – 2.000 την εβδομάδα θέλεις – και στήνεσαι στην ουρά της εκκλησίας, του δήμου, της εφορίας, της ΔΕΗ, της Χρυσής Αυγής. Στέλνεις από τους πρώτους αίτηση στο τζι ες άι ες να πάρεις τη δόση σου από το ίδιο το αίμα σου, σφίγγεις με ελπίδα ιδρωμένα χέρια υποψηφίων που από τα μανίκια τους βγάζουν λαγούς και πετραχήλια. Παρακολουθείς με ευλάβεια τον Ευαγγελάτο, αγωνιάς για το μπόινγκ, διασκεδάζεις με κάτι τύπους που τραγουδάνε στο γυαλί. Προσπερνάς τον άστεγο, τον μετανάστη, τον παππού που ψάχνει στα σκουπίδια. Κλωτσάς το τσιγγανάκι που σου κλείνει την είσοδο του μαγαζιού που τρόμαξες να πληρώσεις το ΦΠΑ τριμήνου. Το πρωί βρίζεις τις απολυμένες καθαρίστριες, πώς τολμούν να αντιδρούν κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα, και το βράδυ βρίσκεις τον γιο σου απολυμένο και τον σύζυγο απλήρωτο κι αυτόν τον μήνα. Και τη φόρμα αυτοαξιολόγησης θα συμπληρώσεις, και το κεφάλι θα σκύψεις και πάλι θα ψηφίσεις.

Κι έτσι νικημένος, θα συνεχίσεις να μην σκέφτεσαι την ξεφτίλα σου. Να φοβάσαι ακόμα και να σκεφτείς τι αρχιρεζίλης θα είσαι όταν, αφού ξεκαρδιστούν στα γέλια με την κατάντια σου πάνω από το τραπέζι όπου έχουν στρώσει τις σάρκες σου, αρχίσουν κιόλας να σε λυπούνται.

 

Advertisements

Η αλλοτριωμένη μου συνείδηση του δούλου

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA-1 DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA.2Οι εργαζόμενοι στον επιχειρηματικό όμιλο του Μπόμπολα ομόφωνα αποφάσισαν να στείλουν αυτή την επιστολή στο αφεντικό τους που τους καθυστερεί τα δεδουλευμένα. Τυπικότητα, ευγένεια, επίκληση στο συναίσθημα, κατανόηση των δυσχερειών του αφεντικού, ικεσία αναγνώρισης των κόπων τους και των σωμάτων τους.

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA

DIMOSIOGRAFOI PROS BOBOLA.3

Κοιτάξτε τι καλά που εξακολουθούμε να κάνουμε τη δουλειά που μας βάζετε να κάνουμε! Δείτε πώς κατανοούμε τα βάσανα της επιχειρηματικότητας! Σκύψτε λίγο το βλέμμα σας και σε μας! Δεν είμαστε άνθρωποι κι εμείς; Συγκινηθείτε με το δράμα μας! Σάμπως δεν μοιράσαμε ακριβοδίκαια τον κοινωνικό αυτοματισμό; Δεν δηλητηριάσαμε με μίσος, μισαλλοδοξία, παθητικότητα και φόβο το κοινωνικό σώμα; Δεν το δείραμε αρκετά μέσα από τις γραμμές και τα πίξελς ολημερίς κι ολονυχτίς; Δεν εκθειάσαμε όσο έπρεπε την κυβέρνηση; Δεν αποκρύψαμε επιμελώς κάθε τι που θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να μην μιλάνε όπως εμείς τώρα; Νομίζετε πως δεν προσπαθήσαμε αρκετά να τους κάνουμε να μας μοιάσουν; Μα τι λέτε; Δείτε γύρω σας: ακρωτηριασμένες σκέψεις, άψυχες αντιδράσεις, παράδοση αμαχητί, φόβος, πείνα, η σ υ χ ί α. Τα πάντα κάναμε! Ακόμα και δανεικά ζητάμε για να έρθουμε στην ώρα μας στη δούλεψή σας, αξιότιμο αφεντικό! Πότε θα κόψεις λίγο από τη φραντζόλα σου (προς θεού, δική σου είναι, δεν τη ζυμώσαμε εμείς) να μας δώσεις το ψαλιδισμένο ξεροκόμματο που μας υποσχέθηκες;

slavery.jpg2

Είμαι η συνείδηση του δούλου. Αυτή η ετερόφωτη συνείδηση που παίρνει φως από την αναγνώριση του αφέντη. Υπάρχει επειδή και μόνο όταν αυτός τον κοιτάει. Θέλει ό,τι κι αυτός θέλει. Σκέφτεται όπως ο αφέντης τού επιβάλλει και υποβάλλει.

Είμαι η διχασμένη, αλλοτριωμένη συνείδηση του καταπιεσμένου. Που έχοντας ως ίνδαλμα τον καταπιεστή μου όταν μου δίνεται η ευκαιρία, ή νομίζω πως μου δόθηκε, να πάρω τη θέση του, την αρπάζω με βία και βιάζω, εξουσιάζω, καταπιέζω, τυραννώ. Όχι τους πρώην συντρόφους μου δούλους – ποτέ δεν είχα συντρόφους, πώς θα μπορούσα άλλωστε, μια τέτοια ανελεύθερη ετερόφωτη συνείδηση; – αλλά τους μόνους εχθρούς: τους καταπιεσμένους.

Αφεντικό, υπολόγισέ με στην κατηγορία των δούλων. Μην ξεχνάς ότι αυτοί οι δούλοι γίνονται οι πιο υπέροχοι καταπιεστές, οι πιο σπουδαίοι και ύπουλοι βασανιστές. Όταν δεν βασανίζουν άμεσα τα θύματά τους, τους επιβάλλουν τη δουλικότητά τους. Δεν ανέχονται ούτε καν την υποψία αυτοκαθορισμού, ελεύθερης σκέψης, θέλησης και δράσης, χειραφέτησης, διαφορετικότητας. Φθονούν, υπονομεύουν, χλευάζουν, καταδίδουν, καταγγέλλουν την αμφισβήτηση, τη χαρά, το φως, τον αγώνα για ελευθερία και ζωή. Τι άλλο θες;

Στας διαταγάς σας, αφέντη

Σου αρέσει εδώ; Ναι, είναι σαν ζωή.

Σας αρέσει εδώ;

– Ναι, είναι σαν μουσείο.

– Μουσείο;

– Ναι, από έξω κοιτάτε μέσα τα ζώα.

Διάλογος μεταξύ δημιογράφου* και κρατούμενου «λαθρομετανάστη» στο ελληνικό Γκουαντάναμο σε ρεπορτάζ της ελληνικής τηλεόρασης από κανάλι που δεν διαθέτει άδεια λειτουργίας από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε να εκπέμπει δηλητήριο στην απαθή, καλοβολεμένη, πρόσφατα κι όψιμα αγανακτισμένη, χυδαία ντοπαρισμένη, λάθρα ζώσα δήθεν κοινωνία. Μέσα από το κλουβί το «ζώο» με την ανθρώπινη μορφή αποστόμωσε τον φιλοπερίεργο «επισκέπτη» του μουσείου που αρχικά θα σκέφτηκε να χλευάσει τα ελληνικά αυτού του μαυριδερού υποκειμένου, αυτού του λαθραίου εμπορεύματος στην αγορά ψυχών. Έκοψε το πλάνο. Τι άλλο να ρωτήσει; Ένιωσε ίσως και μια κάποια ντροπή.

Το αφεντικό του δημιογράφου (ναι, αυτός με το λαθροκανάλι, που εκπέμπει παράνομα στη χώρα) έστειλε έναν άλλον δημιογράφο του να καλύψει το άλλο μεγάλο προεκλογικό γεγονός των ημερών: την επιθετική σεξουαλική συμπεριφορά μιας Ρωσίδας που ήρθε από τη χώρα της για να μολύνει όσους περισσότερους οικογενειάρχες και νεολαίους μπορούσε με τον ιό του AIDS. Για κακή του τύχη δεν ήταν λάθρα η Ρωσίδα. Ήταν όμως ξανθιά, νέα και όμορφη. Τα εμπορικά του μάτια άστραψαν. Άλλο ένα ζώο στο μουσείο. Ανάρπαστο το έκθεμα. Εκλεκτή τροφή για τα πεινασμένα αρπακτικά σάρκας που λέγονται και τηλεθεατές. Άσσος στο μανίκι του υπουργού που ήρθε για να μας καθαρίσει από τη βρώμα της τρομοκρατίας, της αντίστασης και της «λαθρο»μετανάστευσης, που εμπορεύεται τον φόβο με την καπατσοσύνη του αγύρτη.

Αλλάζει το πλάνο. Στην οθόνη ξεπροβάλλουν οι μεσάζοντες εκθεμάτων. Οι αντιπρόσωποι των διεθνών μεγαλεμπόρων. Εκφωνούν λόγους, παραχωρούν συνεντεύξεις, κουνάνε το δάχτυλο, σφίγγουν την ιδρωμένη και πλαδαρή παλάμη που δεν δούλεψε ποτέ, ουρλιάζουν, καθησυχάζουν, παραμυθιάζουν, εκβιάζουν τα ναρκωμένα ζώα που βρίσκονται μπροστά από την οθόνη. Εγκλωβισμένα στο μουσείο φυσικής και πολιτικής ιστορίας. Πεινασμένα για αίμα, σεξ και βία. Ποτισμένα με μίσος. Αναθρεμμένα με ψέματα. Τυφλά, υπάκουα κι ηλίθια εκ γενετής ή και εκ πεποιθήσεως. Μέσα από το κλουβί τους βλέπουν άλλα ζώα σε κλουβί και μακαρίζουν την ελευθερία τους.

Το κανάλι συνεχίζει να εκπέμπει λαθραία δηλητήριο μαζικής καταστροφής και κατανάλωσης. Ο δημιογράφος εξακολουθεί να καλύπτει σε απευθείας μετάδοση την εγκληματική δράση των τερατόμορφων ζώων και ζωών. Οι μεσάζοντες επιμένουν να πουλήσουν. Οι μεγαλέμποροι χτίζουν κι άλλα κλουβιά. Τα πεινασμένα ζώα παρακαλούν για μία θέση.

– Σας αρέσει εδώ;

– Ναι, είναι σαν ζωή.

—————————————————————————————————————————

*Γράφοντας αυτές τις λέξεις το χέρι μου σχημάτισε τη λέξη «δημιογράφος», αντί για δημοσιογράφος. Έμεινα για λίγο να το κοιτώ. Χέρι λανθάνον αλήθεια λέγει, σκέφτηκα κι είπα να το αφήσω έτσι.