Μονοξείδιο υποκρισίας

Κάτι την ξύπνησε. Ποτέ δεν κατάλαβε τι. Δεν ήταν η ώρα της να ξυπνήσει. Ψαχούλεψε μέσα στο σκοτάδι να βρει την κουβέρτα να σκεπαστεί. Έκανε κρύο και κάτι ακόμα, αδιευκρίνιστο. Τα κάρβουνα θα είχαν σβήσει. Ζαλιζόταν λίγο. Πάλι αυτή η περίεργη  αίσθηση. Σηκώθηκε με έναν κάποιο κόπο. Πήγε να σκεπάσει το κορμάκι του μικρού της ήρωα που ήταν κρυωμένο τρεις μέρες τώρα.  Έκανε κρύο και κάτι ακόμα, αδιευκρίνιστο. Μπερδεύτηκαν τα πόδια της στα πεσμένα σκεπάσματα. Βλαστήμησε τη ΔΕΗ, την τύχη της, τον εξαφανισμένο άντρα της. Το χέρι της έπιασε το μικρό χεράκι. Ήταν κρύο. Το ταρακουνάει. Φωνάζει. Το αρπάζει στην αγκαλιά της. Το κουνά και πιάνει να του τραγουδά εκείνο το τραγουδάκι που της έλεγε η μαμά της όταν αρρώσταινε. Σωπαίνει. Παγώνει. Πρέπει να πάρει αποφάσεις. Όχι, δεν πρέπει να το μάθουν. Δεν πρέπει να το μάθει κανείς. Θα εξαφανιστούν. Στη γειτονιά θα πουν ότι το’σκασε. Άφησε απλήρωτα το νοίκι και τους λογαριασμούς και το’σκασε. Άλλη μια ξενόφερτη (ποιος της είπε να’ρθει;) που φέσωσε τους ντόπιους. Γνωστή ιστορία. Θα εξαφανιστούν. Θα πάει στο διπλανό χωριό. Άκουσε ότι ζητάνε χέρια στα χωράφια. Θα πάει στην Ιταλία. Ή στη Γερμανία αν είναι τυχερή. Πίσω δε γυρνάει. Κανείς δεν θα τη γυρίσει πίσω. Ακουμπά απαλά το άψυχο σώμα στο κρεβάτι. Το τυλίγει με την κουβερτούλα του. Τη μισητή άχρηστη κουβερτούλα του. Βάζει όπως όπως σε μια βαλίτσα ζεστά ρούχα. Πρέπει να βιαστεί. Σε λίγο ξημερώνει και πρέπει να βιαστεί. Στο δρόμο της θα βρει κάπου να…

Βαρύ ήτανε το κρίμα της, μα ο πόνος της πικρός.

Γι αυτό, παρακαλώ, μη δείξετε καταφρόνια,

γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνοια.

 

Σοκαρίστηκες; Νιώθεις αποτροπιασμό; Μέτρα την υποκρισία σου.

Advertisements

Αυγουστιάτικες ιστορίες

summer_art_camp_fun___van_gogh_s_sunflowers_floral__still_life__6bf4bc4568ae955ff03ae676a21071ba

«Εγώ είμαι αστή!» είπε και παρήγγειλε το τρίτο ποτό κοιτώντας τα πεντικιουρισμένα πόδια της. Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στον μεροκαματιάρη άντρα της, που σκέφτεται να αφήσει το σπίτι στην πόλη να το φάει ο τραπεζίτης και να πάει στο χωριό να σφάζει πρόβατα να τρώει αυτός και η φαμίλια του, συνέχισε όλη πανικό: «το λένε όλοι, έτσι δεν είναι; Η αστική τάξη είναι αυτή που κινδυνεύει. Θέλουν να μας εξαφανίσουν. Ποιοι; Οι Εβραίοι. Οι Αλβανοί. Οι μαύροι». Ανάβει τσιγάρο συγχυσμένη. Πώς τόλμησε να την αποκαλέσει «εργατική τάξη»; Αυτήν, που από πριν τα είκοσί της χρόνια, παιδίσκη ακόμη, γνήσιος γόνος κομματικού σωλήνα, άδραξε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά, αναρριχήθηκε στα υπουργικά γραφεία και τις γενικές γραμματείες. Τσαμπουκιάστηκε άγρια για τη θέση με την αντίπαλο συνάδελφο και την νίκησε. «Λογοδοτώ μόνο στον υπουργό!» αναφωνεί και στο κρανίο της αντιλαλεί η «διαθεσιμότητα» των εκτός «σκληρού ΑΣΕΠ». Κάτι ψιθυρίζει για «διαδικασίες μοριοδότησης ΑΣΕΠ» φανερά μπερδεμένη ανάμεσα στη θολούρα του αλκοόλ, της αξιοκρατίας και του «μαζί τα φάγαμε» και καλά να πάθουμε. Το αμάξι θέλει σέρβις. Το παιδί τετράδια. Το μαλλί οξυζενέ νούμερο 40. Οι «λαθρομετανάστες» μαζικό πνιγμό αλά Ιταλία. Τα αλβανάκια θέλουν δικαιώματα ίδια με αυτά των ελληνόπουλων. Αν δεν τους αρέσει να πάνε από κει που ήρθαν. Και, τι έκπληξη, το δημόσιο νηπιαγωγείο ήταν ανέλπιστα εξαίρετο! Σχεδόν σαν ιδιωτικό κολλέγιο! Πιάσε ένα ουίσκι ακόμη, μπάρμαν. Το φουλάρι μου μυρίζει σανέλ.

*

«Δεν ζητώ πολλά. Μόνο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του ασθενούς. Ας χτυπά την πόρτα πριν μπουκάρει ο γιατρός ή η νοσοκόμα στο δωμάτιο. Και δεν θα ήταν κακό να ζητούσαν την άδεια του ασθενούς πριν οι μαθητευόμενοι μάγοι επιτεθούν με τα μάτια τους και εξετάσουν με επαγγελματική λαιμαργία τις χαίνουσες πληγές της ετοιμοθάνατης μάνας μου.» Το είπε με ένταση, σχεδόν με δάκρυα. Αυτά τα κρυφά κόκκινα δάκρυα που τσούζουν στον κρόταφο. Ο μεγαλύτερος, συνταξιούχος πια, γιατρός της παρέας αντεπιτέθηκε ακαριαία: «Ο γιατρός σώζει ζωές. Δεν έχεις δικαίωμα καν να βρίσκεσαι εκεί». «Έχεις δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ασθενείς σου (ή μήπως πελάτες σου; δεν ξέρω)» ήθελα να πω αλλά ψιθύρισα κάτι για νοσοκομεία, σχολεία, φυλακές – στρατόπεδα. Στο ντούκου, και καλώς. Ο δακρυσμένος άνθρωπος  ζητούσε (τι άπελπις προσπάθεια, αλήθεια) να ακουστεί σε μια ομήγυρη κωφών, να γίνει κατανοητός σε μια παρέα που απλώς το μόνο που ήθελε ήταν να φάει σουβλάκια χοιρινά, να πιει λίγο κρασί και να καταπιαστεί με μια συζήτηση τρελών όπου ο καθένας μπορεί να απαντά ό,τι θέλει – ή ό,τι θέλει να καμωθεί ότι καταλαβαίνει – σε οποιαδήποτε ερώτηση. Η αντεπίθεση κλιμακώθηκε κι έγινε προσωπική, κόντευε να γίνει προσβλητική. Το δικό σου επάγγελμα είναι χειρότερο. Τέτοιοι είστε εσείς οι ……  Ο δακρυσμένος άνθρωπος απευθύνθηκε στον νεότερο γιατρό της παρέας. «Εσύ, που είσαι νέος γιατρός, τι λες;» «Δεν παίρνω θέση. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που γίνεται η συζήτηση. Προτιμώ να δω ποδόσφαιρο. Πόσο είναι ο Ολυμπιακός;» «Μα δεν μπορεί, π ρ έ π ε ι  να πάρεις θέση. Είσαι νέος!»

*

Πόσο ενοχλητικοί μπορούν να είναι αυτοί οι άνθρωποι, άξεστοι και αγενείς, αντικοινωνικοί, χαλούν το κέφι της παρέας και σου ζητούν, με τόση αναίδεια, να δεις πέρα από τη μύτη σου, να μυρίσεις πέρα από το τζατζίκι σου και να μπεις στον κόπο έστω να ακούσεις τις λέξεις. Θα έχει μαΐστρο αύριο. Πάει το μπάνιο.

*

«Τη δουλειά του έκανε ο άνθρωπος. Να μην ελέγξει τα εισιτήρια; Να σου πω, κι εμένα αν μου λέγανε να γίνω ελεγκτής, θα γινόμουν να βγάλω και κανένα φράγκο. Τι εννοείς “δεν είναι δουλειά αυτή”; Πώς; Εσύ προτιμάς να γίνεις πουτάνα;

Σκέψεις εν θερμώ: Οι δάσκαλοι.

Είχε  γραφτεί το 2006. Την περίοδο της απεργίας των δασκάλων. Ή την περίοδο της απεργοσπασίας των δασκάλων στους οποίους αναφέρεται. Εν θερμώ. Πέρασαν εφτά χρόνια. Το θυμόμουν και το ξανάφερνα στο νου από καιρό σε καιρό. Είμαι πάλι εν θερμώ και το βγάζω από μέσα μου.  Βαράτε ελεύθερα. Είναι υπερβολικό; Πολύ αυστηρό; Αυτοβιογραφικό; Τσουβαλιάζει; Τσούζει; Το θέμα είναι, λέει και καμιά αλήθεια;

The-Wall-Picadora-de-carne

Οι δάσκαλοι.

… Αποκομμένοι από τον κόσμο. Ξεχασμένοι στον μικρόσκοσμο του σχολείου ξέχασαν ότι το σχολείο είναι ένας κόσμος όχι μόνο μικρός αλλά και μέγας. Μπαίνουν στην τάξη και, χωρίς να ανήκουν σε καμία τάξη, απαιτούν την τάξη. Κοιμισμένοι ευτυχείς. Περιχαρακωμένοι στην άγνοια και σε κάτι που νομίζουν «βόλεμα». Κυνικά αδιάφοροι και κοινωνικά απαθείς. Γυμνοί και άδειοι. Παραιτημένοι από την εκπαίδευση πολύ προτού συνταξιοδοτηθούν. Εγκλωβισμένοι, άγονται και φέρονται ανάμεσα στην ατολμία και την γκρίνια. Μύωπες, βάζουν στο μικροσκόπιο τα παιδιά και στο απυρόβλητο τους ίδιους και την κοινωνία που υπηρετούν. Καρπαζοδέκτες, με το κεφάλι πάντα χαμηλά διορθώνουν γραπτά, ετοιμάζουν τεστ, βαθμολογούν και αξιολογούν ψυχές. Τολμούν να διαπαιδαγωγούν!  Δεν κοιτάζουν ποτέ ψηλά. Δεν βλέπουν ποτέ μακριά. Δεν οραματίζονται τίποτα, δεν ελπίζουν σε τίποτα. Συνήθως περιμένουν: το κενό, το διάλειμμα, τις διακοπές, τις «κρίσεις», το σαββατοκύριακο, τον χρόνο να περάσει, τη σύνταξη. Γνωρίζουν λίγα, λένε πολλά. Σκέφτονται ελάχιστα. Κάνουνε πράξη την απραξία. Ρωτούν πάντα τους «κάτω» και ποτέ τους «πάνω», απαιτώντας απαντήσεις μόνο από τους «μικρούς» και ποτέ από τους «μεγάλους». Αδύναμοι και άτολμοι να αντισταθούν στην εξουσία αρέσκονται να την μεταβιβάζουν και να την ασκούν με σαδισμό στους μαθητές τους. Καριερίστες, «επιστήμονες», «ανεκπαίδευτοι» ή «μετεκπαιδευμένοι», αταξικοί, απολιτικοί, αριστεροί ή δεξιοί, κομματόσκυλα, αιρετοί, «στελέχη» της εκπαίδευσης, αδιάφοροι ή επιμελείς, αυστηροί ή laissez faire, με έφεση στη μαγειρική, καλοί νοικοκυραίοι, νομοταγείς πολίτες δεν λείπουν σχεδόν ποτέ από τις λαϊκές αγορές, λείπουν σχεδόν πάντα από τους λαϊκούς αγώνες. …

Δεκαοχτώ ζευγάρια μάτια

Μπαίνεις στην τάξη. Δεκαοχτώ ζευγάρια μάτια. Καστανά, γαλάζια, πράσινα. Καθαρά.

Κοιτούν με εμπιστοσύνη.

Διαβάζουν με πείσμα.

Επιμένουν να μάθουν να αναγνωρίζουν το ρήμα, το ουσιαστικό, το υποκείμενο και το κατηγορούμενο.

Δεκαοχτώ ζευγάρια μάτια. Δεκαοχτώ ζευγάρια πόδια, χέρια. Μία ουσία.

Η ουσία του Γιώργου, της Ελένης, της Ελιζαμπέτας.

Κοιτώ τα μάτια. Ψάχνω μέσα τους να βρω τον «δεσμό προς το ελληνικό έθνος«. Πού νά’ναι τάχα;

Η αθλιότητα της φιλανθρωπίας

Στη λέξη φιλανθρωπία υπάρχει μια βαθιά αντίφαση, στα όρια του οξύμωρου. Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος, ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος. Ο σκύλος, ναι,μπορεί να είναι φιλάνθρωπος, ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας. Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη, αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας ή κοκκινιστής. Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο και τα ενδιαιτήματά του, δεν είναι φιλάνθρωπη. Είναι απλώς φίλαυτη. Κι επειδή αγαπάει τον εαυτό της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- αν μπορεί να αποκληθεί αγάπη το ένστικτο αυτοσυντήρησης που έχει κάθε ον-, συμβιβάζεται με την αναγκαστική συνύπαρξή της με τον άνθρωπο. Είναι μια κατεξοχήν φιλόγατα που συνδέεται με μνημόνιο κατανόησης με τον άνθρωπο, αν υποθέσουμε ότι η βάση της συνύπαρξής της μ’ αυτόν είναι να πιάνει ποντίκια ή να προσφέρει το σώμα της στην ανθρώπινη ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Μπορεί να είναι φιλόζωος ή ζωόφιλος – ας μην μπλέξουμε με την αυθεντική έννοια των δυο ταυτόσημων λέξεων, ποια σημαίνει την αγάπη για τη ζωή και ποια για τα ζώα. Φιλάνθρωπος μπορεί να είναι μόνον ο άνθρωπος που θεωρεί πως μόνος αυτός -άντε, και μερικοί ακόμη φίλοι, συγγενείς, άτομα της τάξης του, της αισθητικής του, της ιδεολογίας του- έχει ξεφύγει από την κατάσταση του ζώου και αντιμετωπίζει τους άλλους του είδους του ως ζώα, που έχουν την ανάγκη της φιλανθρωπίας του (ή της ζωοφιλίας του) και του οφείλουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.
Ακόμη κι αναποδεχθεί κανείς τη χριστιανική αντίληψη της φιλανθρωπίας, πρέπει να εκκινήσει από τη βάση της, που είναι η φιλαυτία. «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», λέει το ευαγγελικό πρόταγμα.
Αλλά αυτό προϋποθέτει, πρώτον, να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεύτερον, να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου σε μια κατάσταση ισότητας με τον πλησίον. Τρίτον, να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια ενότητα με τον πλησίον. Δηλαδή, να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη φύση σου, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του: «Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου, ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος να μη μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».
Η φιλανθρωπία είναι η άλλη όψη της έκπτωσης από τη φυσική κατάσταση ισότητας. Πριν γίνουμε«φιλάνθρωποι», έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι από μας, έχουν χάσει ωφελήματα που για μας είναι αυτονόητα ή φυσικά: το σπίτι τους, μια πατρίδα, ένα αξιοπρεπές εισόδημα, μια δουλειά. Έχουμε, δηλαδή,αποδεχθεί μια αφύσικη κατάσταση ανισότητας. Στην οποία μπορεί και να έχουμε συμβάλει. Με την απληστία μας, την ανοχή μας ή τη σιωπή μας.
Σιχαίνομαι τη φιλανθρωπία. Έστω κι αν σπάνια αντιστέκομαι στον πειρασμό ν’ αγοράσω ένα πακέτο χαρτομάντιλα από τα φανάρια, να υποστώ το καθάρισμα του παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή να δώσω στο αποστεωμένο «τζάνκι» το ευρώ με το οποίο υποτίθεται θα αγοράσει τυρόπιτα και δεν θα τσοντάρει για την επόμενη δόση του. Εξαγοράζω τις τύψεις μου για το γεγονός ότι εγώ ακόμη είμαι «εντός», όταν τόσοι άλλοι είναι «εκτός», όπως οι χριστιανοί με τον οβολό τους θαρρούν ότι διαγράφουν μια από τις αμαρτίες τους και κερδίζουν ένα μέτρο στον μαραθώνιο προς τον παράδεισο. Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Διόλου αθώα και ανιδιοτελής, πρέπει να ομολογήσω.
Αλλά η οργανωμένηβιομηχανία φιλανθρωπίας, στην οποία συνωθούνται θύτες και θύματα, μου είναι απεχθής. Είναι μια κολοσσιαία απάτη. Ανοίγεις το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα κι είσαι μπροστά σε μια παρέλαση δημίων που περιθάλπουν τα θύματά τους λίγο πριν τα καρατομήσουν. Ή και έπειτα απ’ αυτό. Άλλος μαζεύει ρούχα,άλλος λεφτά, άλλος φάρμακα, άλλος τρόφιμα, αφού πρώτα έγδυσε, ξάφρισε,αρρώστησε και άφησε νηστικό τον αποδέκτη της αλληλεγγύης του. «Όλοι μαζί μπορούμε», «κανείς μόνος του στην κρίση». Γιατί δεν επεδείκνυαν προληπτικά την αλληλεγγύη τους, πριν η κρίση ξεβράσει τα θύματά της στο περιθώριο; Τι είπαν και τι έκαναν όταν περικόπτονταν οι μισθοί, όταν οι συντάξεις έπεφταν στα όρια της πείνας, όταν θερίζονταν τα προνοιακά επιδόματα, και μάλιστα με το ανάθεμα της επαίσχυντης εύνοιας σε «κηφήνες», όταν το ΕΣΥ και τα Ταμεία λεηλατούνταν,όταν η τρόικα πετσόκοβε το ανάπηρο κοινωνικό κράτος κι όταν η μνημονιακή ύφεση πλημμύριζε με λουκέτα και ανέργους τα οικονομικά ερείπια; Σε ποιο μέτρο κοινωνικής καταστροφής λένε «όχι» ακόμη και σήμερα οι πρωταθλητές της φιλανθρωπίας; Το αντίθετο ακριβώς συνέβη και συμβαίνει. Οι φανατικότεροι φιλάνθρωποι είναι οι κάτοχοι του μνημονιακού πρωταθλήματος. Αυτό θα μπορούσε λαϊκά να εκφραστεί και ως εξής: «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι». Ή«πρώτα μας χέζουν και μετά μας σκουπίζουν».
Σας ακούγεται χυδαίο; Όμως, δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν την αναδιανομή της δυστυχίας των θυμάτων επειδή τους είναι αδιανόητη η αναδιανομή του πλούτου των θυτών; Δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν να οικοδομηθεί στα ερείπια του κοινωνικού κράτους που οι ίδιοι κατεδάφισαν ένα εθελοντικό υποκατάστατό του; Δεν είναι πιο χυδαίο οι χρυσοδάκτυλοι της διαπλοκής και του πλιάτσικου στον κοινωνικό πλούτο να διαγκωνίζονται σε «μαραθώνιους της αλληλεγγύης»;
Η κοινωνία δεν χρειάζεται «ανιματέρ» του ανθρωπισμού, ούτε «σελέμπριτι» του πλούτου και της«γκλαμουριάς» για να αφυπνιστούν τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της. Χρειάζεται μηχανισμούς εξάλειψης της φτώχειας, της ανισότητας και της περιθωριοποίησης.Συζητάει κανείς γι’ αυτό; Όχι. Αλλά, όταν θεωρείται αδιανόητο να μείνει ανεξόφλητος ο ομολογιούχος -κατά κανόνα μέλος του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που ευθύνεται για την εξαθλίωση του φτωχότερου 30%- και αυτονόητο να «κουρευτεί» ο συνταξιούχος των 600 ευρώ, το αποτέλεσμα είναι θα είναι αυξάνονται επικίνδυνα οι επαίτες και αποδέκτες της φιλανθρωπίας. Κι είναι μάλλον απίθανο να εξαγοραστούν η επικινδυνότητα και η σιωπή τους με τα ψίχουλα της επαιτείας.
Αλλά η βιομηχανίατης φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό: να καταστήσει τους ανθρώπους, ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους, συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους. Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους είναι θύματα μιας«φυσικής ανισότητας», εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές. Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σεαυτόν. Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας. Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί. Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ότι η εξαθλίωση του άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους -υπαρκτής ή φανταστικής-ευδαιμονίας, καθιστώντας τη φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.
Να μια ακραία αλλά αυθεντική εκδοχή της μισάνθρωπης φιλανθρωπίας: ο Τζορτζ Σόρος, από τους πλουσιότερους και πιο αδίστακτους κερδοσκόπους στον κόσμο, άμεσα υπεύθυνος εκτεταμένων ανθρωπιστικών καταστροφών που προκάλεσε το παιχνίδι του με τα νομίσματα, τις μετοχές ή τα εμπορεύματα, είναι και «ιδιοκτήτης» ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα «φιλανθρωπίας» στον κόσμο. Αν κάθε χρόνο εκπονεί και κάποιου είδους ισολογισμό των αλληλοαναιρούμενων δράσεών του, με τη φιλοδοξία να ισοσκελίσει τα μεγέθη της καταστροφής και της σωτηρίας, υποθέτω ότι θα τρομάζει κι ο ίδιος με το τερατώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο του οίκτου του.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
ΠΗΤΣΑΜ: Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιερεμίας Ιωνάθαν Πήτσαμ, της Α. Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα… Η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχω τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο. Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι, άντε και το συνηθίσει ο άλλος, δεν του λέει τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη σας κακοφανεί, γίναμε και γουρούνια.Βλέπεις στη γωνία έναν ωραίο γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχονο και κομμένο το δεξί του χέρι, τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά να σου πάλι ο κουλός στη γωνία του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί ο κουλός μπροστά σου  για τρίτη φορά, σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες(πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δύο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό, ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε…Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.
Μπέρτολντ Μπρεχτ,«Η όπερα της πεντάρας»
Αντιγράφω από ΚΙΜΠΙ

Προγραμματίστε το μέλλον σας (ή «θα γίνουμε Βουλγαρία»)

1. Αποφασίστε σε ποια χώρα θα μεταναστεύσετε

2. Εξασκηθείτε ή μάθετε κάποια τέχνη

3. Πιάστε κολλητή τη Βουλγάρα που μέχρι πέρσι είχατε στη δούλεψή σας

4. Προμηθευτείτε με αμυντικά όπλα για όταν σας την πέσουνε οι εκεί Χρυσαυγίτες

5. Κοιτάξτε στα μάτια τον πρώτο Μπαγκλαντεσιανό που θα σας καθαρίσει το παρμπριζ όπως κοιτάτε τον καθρέφτη σας

6.Join the club των απανταχού εξαθλιωμένων.